Ιαν 19, 2003

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 19 Ιανουαρίου 2003

 

Χώρος δεξιώσεων

Οταν πήγα εγώ γιά πρώτη φορά στην πισίνα η κολύμβηση ήταν ακόμα άθλημα κοινωνικής επίδειξης γιά τα παιδιά της καλής κοινωνίας. Οι σύλλογοι που καλλιεργούσαν την κολύμβηση ήσαν αρκετοί, αλλά η καλή κοινωνία μαζευότανε στον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό και τον Ναυτικό Ομιλο Βουλιαγμένης. Αυτοί οι σύλλογοι είχαν και την σοβαρότερη αγωνιστική παρουσία.

Τον χειμώνα οι πρωϊνές προπονήσεις στην κολύμβηση ξεκινούν στις έξι, έτσι ήταν πολύ λογικό μερικά παιδάκια να τα φέρνει ο σωφέρ της οικογένειας. Το καλοκαίρι που οι προπονήσεις ξεκινούσαν στις δέκα, μετά το κομμωτήριο έφταναν και οι μαμάδες, οπότε οι κερκίδες μετατρέπονταν σε πασαρέλλα μόδας και κομμωτικής. Μαζί ερχόντουσαν και μερικοί μπαμπάδες που είχαν το πρωϊνό τους ελεύθερο. Μερικά από τα παιδιά της καλής κοινωνίας είχαν ταλέντο, το πλήθος των κοινωνικών υποχρεώσεών τους όμως δεν άφηνε περιθώριο γιά την μονομανή αφοσίωση που χρειάζεται να έχει κανείς γιά να πετύχει τις μεγάλες διακρίσεις στην κολύμβηση. Τα παιδιά και οι οικογένειές τους, κυρίως οι οικογένειές τους, είχαν μιά δική τους παραλλαγή της αντίληψης του Βαρώνου ντε Κουμπερτέν γιά τον αθλητισμό˙ σημασία δεν έχει η νίκη, σημασία έχει η συμμετοχή. Ηρθαν, τους είδαν, είχαν συμμετάσχει, τα υπόλοιπα δεν είχαν σημασία. Πήγαιναν στο κολυμβητήριο οπως πήγαιναν σε μία δεξίωση.

Εγώ ήμουν στον Εθνικό Γυμναστικό Σύλλογο, που ήταν ο φτωχός συγγενής της κολύμβησης, ήμουν όμως τυχερή που συνάντησα νωρίς τον Γιώργο Μπία που διέκρινε ότι είχα ταλέντο και ανέλαβε την προπόνησή μου. Ο Μπίας ήταν καταπληκτικός προπονητής, από χαρακτήρα όμως δεν ήταν άνθρωπος των δεξιώσεων. Δεν του έφτανε η συμμετοχή, ήθελε τη νίκη. Ηθελε να βγάλει Ελληνα Ολυμπιονίκη στην κολύμβηση – το θεωρούσε κάτι σαν εθνική του υποχρέωση. Οι αριστοκρατικοί σύλλογοι τον ήθελαν γιατί ήταν εξαίρετος προπονητής, αν και δεν ήθελαν να υποβάλλουν τα βλαστάρια τους στις πραγματικές πιέσεις του πρωταθλητισμού. Μαζί με τον Μπία τους χαλάσαμε τη δεξίωση.

Οταν πρωτοπήγα στην πισίνα οι συναθλήτριες και οι γονείς τους με αντιμετώπιζαν με ψυχρή συγκατάβαση, αφού δεν ήμουν ‘του κύκλου τους’ – ώσπου άρχισα να κερδίζω. Σε λίγους μήνες είχα κάνει Πανελλήνιο ρεκόρ γιά την ηλικία μου και η συγκατάβαση έγινε λύσσα. ‘Πως είναι δυνατόν αυτή’ και άλλα τέτοια. Σε ένα χώρο που οι μισές αθλήτριες προέρχονταν από το Αμερικανικό Κολλέγιο, σε ένα χώρο που είχαν μαζευτεί γιά να τονίσουν την κοινωνικη τους ανωτερότητα, μιά παρείσακτη από την Κυψέλη και από το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς τις κέρδιζε όλες, πάντα, στο δικό τους άθλημα και με όλους τους κανόνες. Ιεροσυλία!

Πέρασα δύο χρόνια στο κλίμα αυτό. Σε ηλικία 13 ετών έκανα Πανελλήνιο ρεκόρ γυναικών, ενώ την επόμενη χρονιά ήρθαν βροχή οι διεθνείς διακρίσεις. Εκεί ο πόλεμος τελείωσε, αποδέχτηκαν την υπεροχή μου.

Στο μεταξύ ο Μπίας είχε πάψει να ασχολείται με τους αριστοκράτες και ξεκινώντας με μένα μόνο έφτιαξε στον Εθνικό μιά κολυμβητική ομάδα που δεν είχε προηγούμενο στην Ελλάδα. Οργάνωσε τις προπονήσεις στο Σεράφειο κολυμβητήριο και μάζεψε παιδιά από τις γύρω γειτονιές, Πετράλωνα, Ταύρο, Ρούφ. Εμείς δεν είχαμε καλή πασαρέλλα. Εμείς είχαμε πρωταθλητές.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *