Dec 2, 2007

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 2 Δεκεμβρίου 2007

 

Η πίεση της κορυφής

Δύο κορυφαίες Ελληνίδες κολυμβήτριες αποχώρησαν τον τελευταίο μήνα από την ενεργό δράση. Η 24χρονη Νέρι Νιαγκουάρα, που κατέκτησε δύο χάλκινα μετάλλια στα Ευρωπαϊκά πρωταθλήματα του 2004 και 2006 και που πέρασε σε δύο τελικούς στους Ολυμπιακούς της Αθήνας (100 και 50 ελεύθερο) και η 20χρονη Βασιλική Αγγελοπούλου που κατέκτησε δύο μετάλλια στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα νεανίδων του 2003 (χρυσό στα 200 μ. πεταλούδας και ασημένιο στα 200 μικτής) και που πέρασε στον τελικό των 400 μ. μικτής στους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας.

Γιατί σταμάτησαν; «Ισως βαρέθηκα, ίσως να μην έχω την ψυχική δύναμη να συνεχίσω και να κουράσθηκα! Δεν θέλω με λίγα λόγια να κολυμπήσω άλλο» δήλωσε η Νέρι ενώ σε πλήρη αντιστοιχία η Βασιλική είπε λίγο πολύ τα ίδια με άλλα λόγια «Το σκέφτηκα πολύ. Σκέφτηκα και τα αρνητικά και τα θετικά και πήρα την απόφασή μου, που είναι οριστική. Είναι μεγάλη η πίεση του πρωταθλητισμού και είχα κουρασθεί ψυχολογικά». Ολα αυτά 10 μήνες πριν τους Ολυμπιακούς του Πεκίνου, που όπως και να το κάνουμε, είναι μεγάλο κίνητρο για κάθε αθλητή, ακόμα και αν έχει ήδη λάβει μέρος σε Ολυμπιακούς αγώνες.

Θυμάμαι μία άλλη κορυφαία κολυμβήτρια, την Ελλη Ρουσσάκη, ίσως το μεγαλύτερο ταλέντο μέχρι σήμερα, που 10 μήνες πριν τους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης και ενώ είχε ήδη στο χέρι το εισητήριο για τους αγώνες εγκατέλειψε την κολύμβηση. Χιλιάδες άλλοι αθλητές θα παρακαλούσαν να είχαν κερδίσει τη πρόκριση για το κορυφαίο αθλητικό γεγονός. Η ίδια η Ρουσσάκη δεν είχε λάβει ποτέ μέρος σε Ολυμπιακούς αγώνες, καθώς το 1988 στη Σεούλ αδικήθηκε και δεν είχε συμπεριληφθεί στην αποστολή. Θυμάμαι τη Βιβή Πρωτόπαππα η οποία 10 μήνες πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1984 στο Λος Αντζελες, «αξιοποιώντας» έναν τραυματισμό εγκατάλειψε χωρίς να γευτεί την κορυφαία εμπειρία για κάθε αθλητή, της συμμετοχής του στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο κατάλογος των αθλητών που αποχώρησαν λίγο πριν τους κορυφαίους αγώνες θα μπορούσε να συνεχισθεί. Ποιοί είναι όμως οι πραγματικοί λόγοι γιά μία τέτοια αποχώρηση;

Πολύ συχνά οι βαθύτεροι λόγοι είναι ψυχολογικοί. Ο αθλητής πρωτοπάει στον αθλητισμό γιατί του αρέσει, αλλά αν φτάσει στην κορυφή αντιμετωπίζει μία συνεχή πίεση να παραμείνει στην κορυφή και να συνεχίσει τον αθλητισμό γιατί «έτσι πρέπει». Με κάτι τέτοια όμως η χαρά χάνεται.

Ειδικά στην κολύμβηση η ψυχολογική καταπόνηση ενός αθλητή μπορεί να πάρει υπερβολικές διαστάσεις. Υπάρχουν περιπτώσεις που ο κολυμβητής κοιτάει τη πισίνα επί ώρες, αλλά δεν θέλει να ακουμπήσει το νερό, νοιώθοντας αηδία ακόμα και στη σκέψη ότι αυτό θα συμβεί. Υπάρχουν φορές που βρίσκει το νερό κρύο, ενώ δεν είναι. Οταν έχεις κολυμπήσει μέσα στα χρόνια στη προπόνηση κάμποσες φορές τον διάπλου του Ατλαντικού μέσα σε 25 μέτρα πσίνα, βλέποντας μονάχα τα πλακάκια, κάποια στιγμή θέλεις να φύγεις. Ελα όμως που κερδίζεις και όλοι σου λένε «μπράβο» και «συνέχισε». Ετσι καμμιά φορά ο κολυμβητής μένει ακίνητος στη κερκίδα. Κάποιες φορές μπορεί να φορέσει το μαγιό του για να κολυμπήσει, μετά να αλλάξει γνώμη, να ξαναντυθεί και να φύγει. Την κατάσταση αυτοί οι Αμερικανοί την περιγράφουν ως “staleness” κοινώς μπαγιάτεμα του κολυμβητή.

Θυμάμαι πάντα τα λόγια του τελευταίου προπονητή μου Βαγγέλη Βούλτσου που μου απαντούσε στωϊκά στην επίμονη ερώτησή μου: «γιατί να πηγαίνω πάνω κάτω τη πισίνα;» «Γιατί Ελένη είναι κάτι που μπορείς μεν να κάνεις πάντα, αλλά σε αγωνιστικό επίπεδο επιδόσεων μόνο τώρα μπορείς». Αυτό είναι μία μεγάλη παγίδα, από την οπόια όποιος καταφέρει να ξεφύγει, συχνά φεύγει τρέχοντας.