Απρ 1, 2007

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 1 Απριλίου 2007

 

Στον αέρα

“Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια, κομμάτια” έλεγε το παλιό τραγούδι. Δυόμισυ χρόνια μετά τον αναπάντεχο θρίαμβο της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στο EURO 2004, ήρθε η ώρα να το τραγουδήσουμε όλοι μαζί. Τότε ο Οττο Ρεχάγκελ και οι φιλότιμοι παίκτες του πέτυχαν το αδιανόητο, αφήνοντας κατάπληκτους τους πάντες. Αφού πανηγυρίσαμε με τη συνήθη υπερβολή μας την τεράστια επιτυχία και αφού καθιερώσαμε να αναφερόμαστε στην εθνική μας ομάδα ως “Πρωταθλήτρια Ευρώπης”, λες και μετά τη Λισαβώνα μετονομάστηκε πιά έτσι στο διηνεκές, πήγαμε παρακάτω. Πήγαμε δηλαδή πολύ παρακάτω. Μπήκαμε στη διαδικασία πρόκρισης γιά το Μουντιάλ με την αίσθηση ότι, γιά μας, επρόκειτο απλά γιά μία γραφειοκρατική διαδικασία, αφού δεν ήταν δυνατόν να μην προκριθεί στο Μουντιάλ η “Πρωταθλήτρια Ευρώπης”. Ηταν όμως δυνατόν. Τώρα στην πορεία μας γιά το EURO 2008 φάγαμε μία εξευτελιστική τεσσάρα από την Τουρκία μέσα στο Καραϊσκάκη. Το γεγονός ότι η πρόκρισή μας είναι ακόμα εφικτή δεν μετριάζει την γενική απογοήτευση γιά την απόσταση όσων βλέπουμε σήμερα από όσα είχαμε δει το 2004 στη Λισαβώνα.

Τι έγινε λοιπόν η περίφημη “Πρωταθλήτρια Ευρώπης” του 2004, εξατμίστηκε; Ποιός φταίει πιά τώρα; Ο Ρεχάγκελ και οι τακτικές του; Οι παίκτες; Η έλλειψη ανανέωσης της εθνικής ομάδας; Ο κακός μας ο καιρός; Οπως με περισσό ενθουσιασμό αποθεώναμε τότε τον Ρεχάγκελ, έτσι τώρα με περισσή λύσσα θα τον στήσουμε στον τοίχο. Δεν είναι βέβαια ούτε αλάθητος ούτε υπεράνω κριτικής ο άνθρωπος, αλλά πιστεύω πως τη φράση-κλειδί που εξηγεί τη σημερινή κατάσταση της εθνικής την ξεστόμισε επιτέλους ο ίδιος αυτές τις μέρες, “αυτούς έχω, αυτούς βάζω”. Γιατί το μεγάλο πρόβλημα μετά τον αναπάντεχο θρίαμβο της Λισαβώνας είναι ακριβώς το γεγονός ότι ήταν απόλυτα αναπάντεχος.

Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου της κάθε χώρας δεν κατεβαίνει από τον ουρανό πάνω σε ασημένια σύννεφα και μέσα από αστραπές, αλλά προκύπτει από τους ποδοσφαιριστές που παίζουν στο εθνικό πρωτάθλημα πρώτης κατηγορίας. Οποιας περίπου ποιότητας είναι αυτό το εθνικό πρωτάθλημα, της ίδιας περίπου ποιότητας θα είναι και η εθνική ομάδα. Λέω περίπου, γιατί υπάρχουν παράγοντες που θα διαφοροποιήσουν λίγο ή πολύ την ποιότητα της εθνικής ομάδας πάνω ή κάτω από τον εθνικό μέσο όρο σε κάθε δεδομένη στιγμή, παράγοντες όπως ο προπονητής, η ύπαρξη κάποιου πολύ μεγάλου παίκτη ή το καλό δέσιμο ενός συνόλου. Στο αποτέλεσμα που θα φέρει η εθνική σε μία συγκεκριμένη διοργάνωση επιδρά ακόμα η συγκυρία στην οποία βρίσκονται οι άλλες ομάδες, η συσχέτιση ανάμεσα στις τακτικές που εφαρμόζουν και η τύχη. Ο εθνικός προπονητής λοιπόν παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στο πόσο και προς τα που θα αποκλίνει η εθνική ομάδα από το μέσο επίπεδο του εθνικού πρωταθλήματος, κανένας προπονητής όμως δεν έχει μαγικό ραβδάκι που να μετατρέπει τα βατράχια σε πρίγκηπες.

Το 2004 η συγκυρία υπήρξε ευνοϊκότατη γιά την εθνική Ελλάδας και ο Ρεχάγκελ την αξιοποίησε στο μέγιστο, πέτυχε δηλαδή εκείνη τη στιγμή τη μέγιστη θετική απόκλιση ανάμεσα στην απόδοση της εθνικής και στο επίπεδο του εθνικού πρωταθλήματος. Αυτή η απόκλιση όμως δεν μπορεί να διατηρηθεί σε καμμία περίπτωση. Είτε θα έπρεπε το εθνικό πρωτάθλημα να έμπαινε σε μία φάση σταθερής αγωνιστικής ανόδου, έτσι ώστε να κρατηθεί ψηλά η εθνική ομάδα, είτε η εθνική ομάδα θα γύριζε στην κανονική της αγωνιστική βάση. Στην Ελλάδα αυτά τα χρόνια το αγωνιστικό επίπεδο του πρωταθλήματος δεν ανέβηκε, αντίθετα έπεσε. Η εθνική φυσιολογικά το ακολούθησε. Οταν οι Ελληνικές ΠΑΕ δεν καταφέρνουν να σταθούν αξιοπρεπώς στην Ευρώπη, τι θέλουμε να κάνει ο Ρεχάγκελ; Αυτούς έχει, αυτούς βάζει.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *