Dec 10, 2006

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 10 Δεκεμβρίου 2006

 

Οι συναρμόδιοι

Αυτή είναι μία πολύ ωραία λέξη, που κάνει ρίμα με τη λέξη αναρμόδιοι. Συχνά παρατηρείται ότι όπου κυκλοφορεί η μία λέξη, κάπου κοντά θα βρίσκεται και η άλλη. Το ζήτημα του μαζικού αθλητισμού, του αθλητισμού γιά όλους, έχει τρείς παραμέτρους: να θέλεις να, να έχεις που και να προφταίνεις. Το πρώτο είναι θέμα συνήθειας. Οπως όλες οι συνήθειες, αποκτιέται. Οργανωτικά ο καλύτερος τόπος και ο καλύτερος χρόνος γιά να καλλιεργηθεί η συνήθεια της άθλησης είναι το σχολείο και η σχολική ηλικία.

Το που είναι πιό σύνθετο, γιατί αλλάζει με τη ηλικία. Αν υποθέσουμε πως το σχολείο σου δώσει τη καλή συνήθεια της άσκησης στις σχολικές εγκαταστάσεις, όταν αποφοιτήσεις παύεις να έχεις πρόσβαση σε αυτές και χρειάζεσαι κάποια άλλη λύση. Αν είσαι αθλητής συλλόγου σε καλύπτει ο σύλλογός σου. Αν όχι τι γίνεται; Γιά να διατηρηθεί από τον γενικό πληθυσμό η συνήθεια της άθλησης μετά το σχολείο, θα πρέπει να υπάρχει ειδική πρόνοια διαθεσιμότητας κατάλληλων αθλητικών εγκαταστάσεων από το κράτος. Ακόμα και αυτό όμως δεν λύνεται μιά και έξω, γιατί διαφορετικές ηλικίες έχουν διαφορετικές ανάγκες άθλησης. Χρειάζεται λοιπόν μία εξαιρετικά συστηματική φροντίδα από το κράτος γιά το θέμα αυτό, μία φροντίδα που στοιχίζει λεφτά.

Αν υποθέσουμε ότι και αυτό το πρόβλημα λύνεται, γιά τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα γιά τους εργαζόμενους γονείς, υπάρχει το τρίτο πρόβλημα, το πότε. Είναι πολλοί οι άνθρωποι που βρίσκουν πως η γυμναστική και η άθληση δεν βρίσκει χρόνο στην παραφορτωμένη με υποχρεώσεις ζωή τους. Στην Κούβα το θέμα αυτό αντιμετωπίζεται με τον συνδυασμό της άσκησης με τον εργασιακό χώρο. Εδώ θα πρέπει να υπάρχει κάποια πρόνοια γιά το θέμα, που πιθανώς να άπτεται της εργατικής νομοθεσίας. Γίνεται πάντως φανερό ότι οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις μάλλον δυσκολεύουν αυτή τη προσπάθεια.

Ας δούμε λοιπόν ποιός είναι αρμόδιος γιά όλα αυτά τα πράγματα στην Ελλάδα. Ο σχολικός αθλητισμός και το μάθημα της γυμναστικής είναι αρμοδιότητα του Υπουργείου Παιδείας, οπότε στο πρώτο σημείο ξέρουμε τουλάχιστον ποιόν να εγκαλέσουμε. Από εκεί και πέρα η αρμοδιότητα μοιράζεται ανάμεσα στο Υφυπουργείο Αθλητισμού και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, με ουρές να απλώνονται στα Υπουργεία Εσωτερικών, Οικονομικών, Απασχόλησης και Χωροταξίας (αν ξέχασα κανέναν, ας με συγχωρεί). Δηλαδή επί της ουσίας δεν υπάρχει κανένας αρμόδιος γιά το θέμα, άρα δεν υπάρχει θέμα.

Το πρόβλημα αυτό δεν είναι μονάχα Ελληνικό, οπότε η ιατρική κοινότητα που κίνησε επιτακτικά το θέμα προσπαθεί να δώσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις κατά τόπους υγειονομικές αρχές και στα Υπουργεία Υγείας. Οι φορείς υγείας φαίνεται να είναι πιό αποτελεσματικοί στο να προωθήσουν τον αθλητισμό γιά όλους ως τρόπο ζωής. Η σχετική επιχειρηματολογία στέκεται ιδιαίτερα και στην οικονομική πλευρά του θέματος, αφού υπολογίζει ότι το όφελος στη δημόσια υγεία θα εκφραστεί και ως χαμηλότερη δαπάνη περίθαλψης, αισθητά λιγότερο χαμένο χρόνο εργασίας και μικρότερη δαπάνη γιά τα ασφαλιστικά συστήματα των χωρών μακροπρόθεσμα. 

Από ιατρική πλευρά, η τακτική άσκηση είναι σαν να παίρνει κανείς προληπτική φαρμακευτική αγωγή για την αποφυγή της εκδήλωσης μιάς ασθένειας. Τα επιστημονικά ευρήματα δείχνουν ότι η έλλειψη άσκησης συνεπάγεται τον ίδιο βαθμό επικινδυνότητας με και το κάπνισμα για τις καρδιαγγειακές παθήσεις. Η θεραπεία είναι η τακτική άθληση από τη παιδική ηλικία έως τα βαθιά γεράματα, επομένως η μεγάλη πρόκληση είναι «ο αθλητισμός ως στάση ζωής» και η ενσωμάτωσή ενός 30 λεπτου άσκησης στη καθημερινή μας δραστηριότητα. Σήμερα, 2 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως σε όλο το κόσμο αποδίδονται στην σωματική αδράνεια. Αξιοσημείωτο ακόμα είναι ότι διαπιστώνεται πως τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα υποφέρουν περισσότερο από παχυσαρκία και έλλειψη άσκησης, συνεπώς και από τις σχετικές παθήσεις. Τελικά όμως το θέμα δεν είναι μονάχας ιατρικό ή αθλητικό, είναι κυρίως πολιτικό. Υπάρχει στην Ελλάδα η πολιτική βούληση να μπει ο αθλητισμός γιά όλους ως βασικός στόχος της αθλητικής και υγειονομικής πολιτικής της χώρας;