Jan 15, 2006

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 15 Ιανουαρίου 2006

 

Αγλαώς

Είναι αρκετά συνηθισμένο το φαινόμενο πλουσίων ανθρώπων, που επιδιώκοντας να προσθέσουν μία αύρα κοινωνικής αίγλης στην καταξίωση που τους δίνει το χρήμα, αναλαμβάνουν – με σημαντικά προσωπικά έξοδα – ρόλους υψηλής προσωπικής προβολής στη διοίκηση του αθλητισμού. Σπανίως πρόκειται γιά πλούσιους πρώην αθλητές, που θα μπορούσε να πει κανείς ότι φυσιολογικά έφτασαν κάποια στιγμή στην κορυφή της διοίκησης, αφού πρώτα ίδρωσαν στα γήπεδα και στα κουλουάρ. Συνήθως πρόκειται γιά ανθρώπους, που πριν τους προκύψει η κοινωνική σκοπιμότητα, όχι μόνο αθλητές δεν ήσαν, αλλά συχνά ούτε καν φίλαθλοι του καναπέ.

“Φίλαιγλοι” είναι βασικά οι άνθρωποι, αν μου επιτρέπεται ο νεολογισμός. Στον χώρο του αθλητισμού τους τραβάει η δημοφιλία του θέματος, αφού λίγα πράγματα πέρα από τον αθλητισμό μπορούν να σε κάνουν θέμα συζήτησης και θαυμασμού στα σαλόνια και στα αλώνια, στις παράγκες και στις βίλλες. Επειδή το “άθλημα” του αθλητικού παραγοντισμού είναι πολύ ακριβό, ακόμα και αν ο εμπλεκόμενος αποτύχει οικτρά στις αθλητικές του επιδιώξεις, έχει αποδείξει στο πανελλήνιο ότι έχει λεφτά γιά πέταμα, άρα ανεβαίνει κοινωνικά. Αν πάλι πετύχει σαν αθλητικός παράγοντας, μπορεί να φτάσει σε επίπεδα προβολής που δεν θα μπορούσε ούτε να τα ονειρευτεί αλλιώς.

Οι πλούσιοι και βιαστικοί συνήθως αγοράζουν μία ομάδα ποδοσφαίρου ή μπάσκετ. Συχνά καταλήγουν να φεύγουν έντρομοι – και ελαφρώς λιγότερο πλούσιοι – μόλις καταλάβουν που έμπλεξαν. Πολύ λιγότεροι είναι όσοι έχουν φαντασία και υπομονή, ώστε να μπούν στον χώρο του αθλητισμού από άλλη πόρτα και να χτίσουν την άνοδό τους με δουλειά. Στον τομέα της φαντασίας όμως, ένα πρόσωπο κατάφερε τα τελευταία χρόνια να ξεπεράσει τους πάντες, η Γιάννα Αγγελοπούλου. Οταν ξεκίνησε τη διεκδίκηση των Ολυμπιακών αγώνων, το θέμα είχε μπαγιατέψει ακόμα και σαν επιθεωρησιακό ανέκδοτο. Σε πρώτη φάση, εξασφάλισε την ανοχή της τότε κυβέρνησης γιά το εγχείρημα. Επιδέξια πέτυχε την ανάληψη της διοργάνωσης, και μετά πήγε σπίτι της. Επιδέξια πάλι, με τη βοήθεια της αδεξιότητας πολλών άλλων, πέτυχε αργότερα να κληθεί να διευθύνει τη διοργάνωση. Πέτυχε να διεκπεραιώσει τους αγώνες μέσα στα στενά και δύσκολα πλαίσια της ΔΟΕ, κατάφερε ακόμα οι περισσότεροι Ελληνες να μείνουν με καλές αναμνήσεις από τη γιορτή (και με λιγοστές αναμνήσεις γιά τα συνακόλουθα χρέη των αγώνων). Ολα αυτά βέβαια δεν τα κατάφερε μόνη της, το βασικό φορτίο το σήκωσε η κυβέρνηση και το πληρώσαμε όλοι. Η Γιάννα όμως στάθηκε δίπλα στον Ρόγκ στο Ολυμπιακό Στάδιο. Πέτυχε λοιπόν τους στόχους της; Ισως.

Αν ήθελε απλά την Ολυμπιακή αίγλη και την καταγραφή στην ιστορία, τότε πέτυχε. Αν πάλι ήθελε άλλα πράγματα, όπως την Προεδρία της Δημοκρατίας ή έστω τη δημαρχία της Αθήνας, τότε δεν κατάφερε τίποτα. Ουσιαστικά σήμερα η Γιάννα Αγγελοπούλου βρίσκεται πιό μακρυά από την επίτευξη τέτοιων πολιτικών στόχων από ποτέ. Στην Ολυμπιακή της πορεία η Γιάννα ενόχλησε πολύ κόσμο, που ακόμα και αν χάρηκε το αποτέλεσμα, δεν θέλει να ξαναζήσει τη διαδικασία. Η Γιάννα πέτυχε τη διοργάνωση της ΔΟΕ γιατί κατάφερνε να πείθει επιδέξια τους λίγους και σημαντικούς, αδιαφορώντας ουσιαστικά γιά τους πολλούς και ασήμαντους. Στο τέλος κατάφερε οι πολλοί να τη θαυμάζουν χωρίς να την συμπαθούν και οι λίγοι να τη φοβούνται. Ετσι η Γιάννα Αγγελοπούλου πέτυχε να γίνει η κορυφαία σε ένα είδος αίγλης που δύσκολα μεταφέρεται στην πολιτική. Ισως θα πρέπει να θυμηθεί σε κάτι τους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες του 19ου αιώνα, που με τη δράση τους στοιχειώνουν πάντα τα όνειρα δόξας της Ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης˙ μετά την ευεργεσία τους, κανείς τους δεν πολιτεύτηκε.