Oct 2, 2005

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 2 Οκτωβρίου 2005

 

Ο Παναγιώτης

“Είστε υπερήφανη από το γιό σας;” ρωτάει ο δημοσιογράφος τη μητέρα του Παναγιώτη Γιαννάκη, σε μία από τις τυπικές του είδους ερωτήσεις στις περιπτώσεις που κάποιος έχει πετύχει ένα προσωπικό και εθνικό θρίαμβο, για να εισπράξει όμως μία μεστή και καθόλου τυπική απάντηση. “Η υπερηφάνεια είναι κακό πράγμα. Αισθάνομαι ψυχική ικανοποίηση.” “Πως ήταν ο Παναγιώτης μικρός,” άλλη ερώτηση. “Είχε ζήλο, πολύ ζήλο για αυτό που έκανε. Και όποιος έχει ζήλο τα καταφέρνει.” Kαι ενώ ο Παναγιώτης την παρακολουθεί από το τηλεοπτικό στούντιο, έτοιμος να βουρκώσει, εγώ διακρίνοντας το ήθος της μάνας που τον μεγάλωσε, αρχίζω να κατανοώ πολλά πράγματα, φέρνοντας στον εαυτό μου μνήμες από τα φοιτητικά μου χρόνια. Τότε που γνώρισα τον Παναγιώτη, συμφοιτητή μου στο Πανεπιστήμιο, ένα νέο άνδρα με συμπεριφορά ανθρώπου μεγαλύτερου από την ηλικία του, που τότε ξεκινούσε τις διακρίσεις του στον Πανιώνιο και έβαζε πλώρη για μακριά.

Αν και κάναμε διαφορετικά αθλήματα μπορούσα να κατανοήσω στον Παναγιώτη τον αθλητή που με ζήλο κοιτάει τη δουλειά του και δεν μιλάει. Οτι κάνει, το κάνει με το παιχνίδι του, το κάνει με τον αγώνα του και όχι με τα λόγια. Σεμνός, λιγομίλητος, μετρημένος, πάντα με το χαμόγελο, πάντα έτοιμος να σε βοηθήσει, εξέπεμπε μία ευγένεια ψυχής και μία γαλήνια δύναμη, όπως ο άνθρωπος που ξέρει που πάει, που ξέρει πως θα πετύχει και που θέλει να κερδίσει το πόλεμο, αν και γνωρίζει ότι θα χάσει πολλές μάχες ενδιάμεσα. Γιατί ο πραγματικά καλός αθλητής, αυτός που πετυχαίνει “άθλους”, γνωρίζει ότι η διαδικασία της πορείας προς την επιτυχία και ο χειρισμός αυτής της διαδικασίας είναι αυτό που θα κρίνει τα πάντα στο τέλος. Ο πραγματικά καλός αθλητής γνωρίζει να κάνει την ήττα νέα αρχή.

Στα χρόνια που πέρασαν από τότε και μετά την αθλητική του καταξίωση, τίποτα δεν άλλαξε στη σεμνή του συμπεριφορά. Οποτε συνανιόμαστε μου ανέλυε με λαχτάρα τους προβληματισμούς του για τους παίκτες του, την ομάδα του, το Ελληνικό μπάσκετ. Ο Παναγιώτης πάντα με το αφοπλιστικό του χαμόγελο, χωρίς παράπονο για όποια πίκρα ή απογοήτευση βίωνε, μπορούσε και μπορεί όλα να τα μετουσιώνει σε θετικό και δημιουργικό έργο. Ο Παναγιώτης έγραψε μοναδική ιστορία για το ελληνικό μπάσκετ ως αθλητής και ως προπονητής. Πανευρωπαϊκό κύπελλο ως αθλητής το 1987, πανευρωπαϊκό κύπελλο ως προπονητής το 2005, τα δύο μοναδικά στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ στην περίφημη αυτή διοργάνωση που έχει πάνω από μισό αιώνα ζωής.

Ο κόσμος συχνά δεν καταλαβαίνει πόσο σπάνιο είναι το φαινόμενο του κορυφαίου αθλητή που γίνεται αργότερα και κορυφαίος προπονητής. Στα ατομικά αθλήματα δεν το συζητώ καν, αφού σε παγκόσμιο επίπεδο ψάχνεις να βρεις έστω και έναν. Αντίθετα μέτριοι αθλητές έχουν διαπρέψει ως προπονητές. Στα ομαδικά αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ, οι περιπτώσεις κορυφαίου αθλητή και μετέπειτα κορυφαίου προπονητή είναι περισσότερες από τα ατομικά αθλήματα, αν και και εκεί σπανίζουν. Το ομαδικό άθλημα χρειάζεται όπως λέει και το όνομά του συνεργασία για την επιτυχία. Φίρμες υπάρχουν και εκεί αλλά οι δυνατότητες, η ψυχολογία και η συμπεριφορά όλων πρέπει να δένουν στο πνεύμα της ομαδικότητας. Ο Παναγιώτης, αν και “φίρμα” τα είχε όλα αυτά μέσα στο γήπεδο ως παίκτης. Μετά τα έδωσε μέσα στο γήπεδο ως προπονητής και πέτυχε έναν άθλο μοναδικό και ανεπανάληπτο. Ολόψυχα σε ευχαριστούμε Παναγιώτη!