Δεκ 7, 2003

Η Ματιά της Ελένης
Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην ΑΥΓΗ, 7 Δεκεμβρίου 2003

 

Μνημεία

Κάθε πολιτισμός σε κάθε εποχή κατασκευάζει τα μνημεία που του ταιριάζουν. Οι Αιγύπτιοι που ζούσαν σε ένα τόπο ανοιχτό, γύρω από το ένα τους ποτάμι, κάτω από τον ένα τους μονάρχη, καλλιεργώντας εντατικά τη γη γιά να εξασφαλίσουν τις ποσότητες που θα έτρεφαν το πλήθος, έκτισαν τις πυραμίδες. Μεγάλες, βαριές, επιβλητικές στον χώρο. Μοναδικές και ανεπανάληπτες, γιατί ανεπανάληπτη είναι η νοοτροπία των ανθρώπων που τις έκτισαν.

Στην αρχαία Ελλάδα το να κτίσεις ένα ακόμα βουνό ανάμεσα στα τόσα άλλα δεν έλεγε σε κανένα τίποτα, ούτε υπήρχε γιά να εκφραστεί οικοδομικά η μία και μόνη πολιτική αρχή. Η λεπτότητα και η ποικιλία ανέλαβαν να κοσμήσουν ένα περιβάλλον που ήταν από μόνο του στολίδι. Η ίδια λεπτότητα και ποικιλία που πέρασε και στη σκέψη και τους θεσμούς έφτιαξε τον Παρθενώνα, το μικρότερο σε όγκο “μεγάλο” αρχιτεκτόνημα όλων των εποχών.

Οι κατοπινοί πολιτισμοί ανάμεσα στις δύο αυτές κατευθύνσεις κινήθηκαν, εκφράζοντας μέσα από τα μνημεία τους το σημείο ισορροπίας όγκου και λεπτότητας που τους αντιπροσώπευε. Αν και η μνημειακή αρχιτεκτονική ξεκίνησε από κτίσματα θρησκευτικής λειτουργικότητας, στην εξέλιξη των πραγμάτων δεν έμεινε υποχρεωτικά εκεί. Ο χώρος θεαμάτων, το Κολοσσαίο, χαρακτήρισε καλύτερα από κάθε άλλο κτίσμα τη Ρώμη. Εκφραση της εποχής του Λουδοκίκου ΙΔ’ ήταν το παλάτι του, η επίδειξη στο πρόσωπο του μονάρχη. Δύο αιώνες αργότερα τη Γαλλία εξέφραζε ο πύργος του Αϊφελ, δηλαδή η επίδειξη μόνη της. Το σήμα κατατεθέν της Αμερικής εδώ και έναν αιώνα είναι ένα πολύ ψηλό κτίριο γραφείων, ο ουρανοξύστης. Κάθε πολιτισμός σε κάθε εποχή έχει τις προτεραιότητές του, την αισθητική του, το ήθος του. Στα μνημειακά κτίρια αυτά τα τρία δεν γίνεται να κρυφτούν.

Στη νεώτερη Ελλάδα η μνημειακή αρχιτεκτονική ήταν πάντα περιορισμένη γιά λόγους οικονομικής στενότητας. Κυρίως λειτουργικές ανάγκες του κράτους κάλυπτε, ακολουθώντας πάντα τα ξένα προτυπα της κάθε εποχής – κάτι σαν το Ευρωπαϊκό αλλά σε μικρότερο μέγεθος. Η εκκλησιαστική πάλι αρχιτεκτονική έμενε πιστή στα Βυζαντινά πρότυπα, χωρίς όμως τη χάρη τους. Θέλει λεφτά η μνημειακή αρχιτεκτονική και λεφτά συνήθως δεν υπήρχαν. Εδιναν όμως ένα μήνυμα οι αρχιτεκτονικές επιλογές του Ελληνικού κράτους όλα αυτά τα χρόνια: δεν εμπιστευόμαστε τους Νεοέλληνες.

Χρειάστηκαν 175 χρόνια ώσπου να βρεθεί ο Κώστας Σημίτης να μας εκσυγχρονίσει, να μας κάνει Ευρωπαίους. Τέτοιες μεταλλάξεις της συλλογικής ταυτότητας σηματοδοτούνται πάντα από μνημειακά αρχιτεκτονήματα και η δική μας περίπτωση δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Είναι πολλά τα μεγάλα έργα της οκταετίας Σημίτη και πολλά από αυτά είναι λειτουργικά συγκοινωνιακά έργα που δεν πιάνονται σαν μνημεία. Ποιό όμως είναι το ένα, το ξεχωριστό, το μνημειακό, αυτό που χαρακτηρίζει την εποχή μας; Εγώ τουλάχιστον δεν δυσκολεύομαι καθόλου να το εντοπίσω στο Αττικό τοπίο, θέλοντας και μη το βλέπω κάθε μέρα. Η στέγη Καλατράβα στο Ολυμπιακό στάδιο είναι το μνημείο που χαρακτηρίζει την εποχή Σημίτη. Οπως όλα τα μεγάλα μνημειακά έργα φέρει τις προτεραιότητες, την αισθητική και το ήθος της εποχής του, που θα τα δούμε μέσα από το έργο την επόμενη βδομάδα.  

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *