Mar 14, 2009

Ομιλία της Ελένης Αυλωνίτου στο 20 Πανελλήνιο Συνέδριο Αθλητιατρικής Εταιρείας Ιατρών Αγώνων, με θέμα:

“Σύνδρομο υπερπροπόνησης στους αθλητές”

Ξενοδοχείο Imperial, Πλατεία Καραϊσκάκη, 13-15 Μαρτίου 2009


 

Εάν ανατρέξουμε στη βιβλιογραφία θα βρούμε εκαντοντάδες μαρτυρίες που συνδέουν την υπερβολική προπονητική επιβάρυνση με μειωμένη αγωνιστική απόδοση, γεγονός όμως που μπορεί να συμβεί σε οποιονδήποτε αθλητή σε διάφορες χρονικές στιγμές της καριέρας του, ακόμα κι όταν η προπονητική επιβάρυνση έχει μειωθεί.

Ολοι έχουμε ακούσει γιά υψηλού επιπέδου αθλητές να αποσύρονται από τους αγώνες την τελευταία στιγμή, λόγω κάποιας ξαφνικής ή χρόνιας ασθένειας. Επίσης κάποιοι άλλοι αθλητές αποτυγχάνουν να φθάσουν τα αγωνιστικά τους standards προηγούμενων ετών, παρόλη τη διατήρηση προπονητικών προγραμμάτων υψηλών επιβαρύνσεων. Ως εκ τούτου, εύλογα κάποιος οδηγείται στο συμπέρασμα ότι οι αθλητές αυτοί αποτυγχάνουν να προσαρμοσθούν σ’ αυτά τα προπονητικά φορτία.

Είναι γνωστό ότι τα προπονητικά προγράμματα στοχεύουν να επιβαρύνουν τον αθλητή με τέτοιου είδους προπονητικά ερεθίσματα, ώστε ο αθλητής να προσαρμόζεται στο επίπεδο της επιβάρυνσης που θα αντιμετωπίσει στη διάρκεια του αγώνα.

Εάν οι προπονητικές επιβαρύνσεις είναι μεγαλύτερες από αυτές που έχει αντιμετωπίσει ο αθλητής προηγούμενα και η προπονητική επιβάρυνση αυξάνεται προοδευτικά έχουμε την φυσιολογική «προπονητική υπερφόρτωση», που στοχεύει στη βελτίωση των επιδόσεων μόλις ο προπονητικός όγκος ελαττωθεί.

Ομως γιά να προσαρμοσθεί ο αθλητής στην προπονητική υπερφόρτωση πρέπει να του διατίθεται ικανοποιητικός χρόνος αποκατάστασης. Εάν δεν δοθεί επαρκής ανάπαυση και η αύξηση του προπονητικού όγκου είναι απότομα μεγάλη, τότε ο αθλητής εισέρχεται στο στάδιο της αποτυχημένης προσαρμογής ή «εξάντλησης», η οποία χαρακτηρίζεται από σύντομη κατάσταση υπερκόπωσης, καθώς ο οργανισμός του αθλητή δεν αναρρώνει, εξ’ αιτίας του ανεπαρκή χρόνου αποκατάστασης.

Εάν η βαριά προπονητική υπερφόρτωση συνεχισθεί, χωρίς ο αθλητής να έχει την απαραίτητη ξεκούραση, η εξάντληση του αθλητή θα μετατραπεί σε χρόνια κόπωση και «υπερκόπωση» και ως εκ τούτου σε μειωμένες αγωνιστικές επιδόσεις. Η κατάσταση αυτή κάνει τον αθλητή πιό επιρρεπή σε εύκολα κρυολογήματα μέχρι χρόνια νοσήματα. Μολυσματικές ασθένειες επιδρούν και στη μυϊκή λειτουργία με αποτέλεσμα τη μειωμένη ικανότητα αντοχής στην άσκηση.

Η αποκάλυψη των συμπτωμάτων κόπωσης ενός αθλητή στο στάδιο της «εξάντλησης», θα οδηγήσει γρηγορότερα σε συστάσεις στο προπονητή γιά μείωση του προπονητικού όγκου, προτού ο αθλητής του εισέλθει στο στάδιο της «υπερκόπωσης».

Τα συμπτώματα της υπερκόπωσης είναι πολλά και ορατά και δείχνουν τη πολυπλοκότητα του συνδρόμου. Πλήρης αποκατάσταση από το σύνδρομο αυτό μπορεί να πάρει εβδομάδες ή και μήνες. Να δούμε όμως και να ξεχωρίσουμε μερικούς όρους:

Προπονητική υπερφόρτωση.Η διαδικασία με τη οποίαν η προοδευτικά αυξανόμενη προπονητική επιβάρυνση που δέχεται ένα άτομο, παρέχει το κατάλληλο ερέθισμα, ώστε να δημιουργούνται στον οργανισμό του λειτουργικές προσαρμογές.

Προπονητική κόπωση. Είναι η φυσιολογική κόπωση που προκαλείται από ένα πολυήμερο βαρύ προπονητικό πρόγραμμα υπερφόρτωσης. Η κόπωση αυτή είναι αντιστρεπτή και η βελτίωση των επιδόσεων προκύπτει μόλις ελαττωθεί ο προπονητικός όγκος και ο αθλητής ξεκουρασθεί πλήρως.

Εξάντληση. Η μη επαρκής περίοδο ανάπαυσης μεταξύ των προπονήσεων οδηγεί σε σύντομη υπερκόπωση και μείωση της αγωνιστικής επίδοσης. Τα συμπτώματα είναι αντιστρεπτά με μεγαλύτερη όμως χρονική περίοδο αποκατάστασης από τη συνήθη. Πολλοί προπονητές επιφέρουν εξάντληση στους αθλητές τους οικειοθελώς, προκειμένου να διευρυνθούν οι φυσιολογικές λειτουργίες του αθλητή, με αποτέλεσμα μόλις ο αθλητής ξεκουρασθεί επαρκώς να βελτιώσει τις επιδόσεις του.

Υπερκόπωση. Είναι ο γενικός ορισμός της επιβάρυνσης ενός ατόμου, τόσο από τον προπονητικό όγκο, όσο και από εξωτερικά ερεθίσματα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής του αθλητή σε τέτοια έκταση, που παρόλη την επαρκή περίοδο ανάπαυσης να μην αποδίδει αγωνιστικά. Η υπερκόπωση προκύπτει από την επί μακρόν διάστημα ανεπαρκή περίοδο ανάπαυσης μεταξύ των περιόδων προπονήσεων. Η μείωση της αγωνιστικής απόδοσης είναι απαραίτητη γιά τη διάγνωσή της ενώ η αποκατάσταση απαιτεί σημαντικά μεγαλύτερο διάστημα από την εξάντληση.

Σύνδρομο Υπερκόπωσης. Το φαινόμενο της υπερκόπωσης του αθλητή είναι πολυπαραγοντικό, ως εκ τούτου στη κλινική κατάσταση της υπερκόπωσης αποδίδεται η έννοια του «συνδρόμου». Είναι η κατάσταση μειωμένης αγωνιστικής απόδοσης σε χρόνια βάση, συνοδευόμενη από συμπτώματα σωματικά, φυσιολογικά και ψυχολογικά που επιδρούν στην εν γένει συμπεριφορά του αθλητή.

Μυϊκή Υπερένταση (overstrain). Οταν η επιβάρυνση της άσκησης υπερτερεί της μυϊκής αντοχής του αθλητή οδηγεί σε παροδική τοπική μυϊκή κόπωση. Ειδικότερα η διαλειμματική άσκηση υψηλής έντασης μπορεί να προκαλέσει καταστροφική ζημιά στις μυϊκές ίνες των εργαζομένων μυών. Η μυϊκή υπερένταση μπορεί να συνοδεύει ή όχι τις φάσεις της εξάντλησης και της υπερκόπωσης.

ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΡΡΕΠΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ

Αθλητές σε όλα τα επίπεδα μπορούν να αναπτύξουν υπερκόπωση, αλλά ιδιαίτερα εκείνοι οι οποίοι εχουν ιδιαίτερα κίνητρα και φιλοδοξίες να διακριθούν και να βελτιώσουν τις αγωνιστικές τους επιδόσεις.

Τα κίνητρα αυτά δεν αφορούν το αγωνιστικό επίπεδο του αθλητή, όμως η ανάπτυξη του συνδρόμου σε έναν αθλητή που προπονείται σκληρά, πολλές φορές τον εμποδίζει να γίνει υψηλού επιπέδου αθλητής.

Ιδιαίτερα οι λιγότερο έμπειροι αθλητές εμφανίζονται πιό επιρρεπείς να αναπτύξουν υπερκόπωση, εξ’ αιτίας ότι έχουν απειρία στο να αναγνωρίσουν τα συμπτώματα της συσσωρευμένης κόπωσης, καθώς και δεν δίνουν ιδιαίτερα προσοχή στη σημασία που έχει η προοδευτικά αυξανόμενη προπονητική επιβάρυνση και στην σημασία της αποκατάστασης από αυτήν. Επίσης οι γυναίκες παρατηρείται ότι μπορούν να πιέσουν τον εαυτό τους περισσότερο, απότι οι άνδρες, για σκληρότερη προπόνηση (48).

Οριο μεταξύ φάσης εξάντλησης και υπερκόπωσης

Ενα ενδιαφέρον επιστημονικό ερώτημα είναι εάν το σύνδρομο υπερπροπόνησης είναι συνέπεια της αύξησης της έντασης της προπόνησης ή της ποσότητας της προπόνησης.

Με πολλά επιστημονικά δεδομένα πολλών ερευνών (9, 12, 19, 30, 51, 52) έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυξημένος κίνδυνος για ανάπτυξη του συνδρόμου υπερπροπόνησης μπορεί να συμβεί μετά από 3 εβδομάδες εντατικής προπόνησης ή μετά από 3 εβδομάδες αυξανόμενης μονότονης προπονητικής ποσότητας γιά τους αθλητές αντοχής.

Το όριο ανάμεσα στη φάση εξάντλησης και στη φάση υπερκόπωσης είναι 3 εβδομάδες εντατικής προπόνησης ή συνεχούς αυξανόμενης προπονητικής ποσότητας για 3 τουλάχιστον ώρες τη φορά.

Εάν αυτή η προπονητική περίοδος ολοκληρωθεί χωρίς ενδιάμεση ανάπαυση ο οργανισμός του αθλητή θα χρειασθεί μία εβδομάδα αποκατάστασης, προκειμένου να αποφευχθεί το σύνδρομο υπερπροπόνησης και να δοθεί επαρκής χρόνος ξεκούρασης στον αθλητή για να επανέλθει.

Εάν οι επιδόσεις του αθλητή παραμένουν χαμηλές μετά από αυτή την περίοδο ανάπαυσης, τότε ο αθλητής μπορεί να έχει εισέλθει στη φάση της υπερκόπωσης, όπου χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο διάστημα ανάληψης. Η περίοδος αυτή, όπου οι επιδόσεις συνεχίζουν να παραμένουν χαμηλά, παρόλο το διάστημα ξεκούρασης του αθλητή, είναι που διαφοροποιεί τη φάση εξάντλησης από τη φάση υπερκόπωσης.

Τέλος όλα τα παραπάνω θα είχαν αποφευχθεί εάν παρεμβάλλετο στο εβδομαδιαίο προπονητικό πρόγραμμα, αφενός μεν μία μέρα την εβδομάδα αποχής από τη προπόνηση, ώστε να ξεκουρασθεί ο αθλητής, αφετέρου δε η εναλλαγή της προπονητικής αρχής, – μίας μέρας σκληρής και μίας μέρας εύκολης προπόνησης, γεγονός το οποίον θα μείωνε σαφέστατα το κίνδυνο υπερκόπωσης του αθλητή.

Παράγοντες που συνεισφέρουν στην ανάπτυξη υπερκόπωσης

Πολλά περιστατικά υπερπροπόνησης οφείλονται σε ανεπαρκή περίοδο αποκατάστασης, καθώς ο αθλητής προπονείται συνέχεια, προκειμένου να ξεπεράσει ένα αγωνιστικό πλατώ, ή έχοντας χάσει κάποιες προπονήσεις, λόγω ασθένειας, προσπαθεί να επανέλθει γρήγορα, χρησιμοποιώντας συνεχώς υψηλές προπονητικές εντάσεις. Παρακάτω αναφέρονται όλοι οι παράγοντες που μπορούν να συμβάλλουν στην ανάπτυξη του συνδρόμου.

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΕΙΣΦΕΡΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗΣ
  1. Μονότονη σκληρή προπόνηση, χωρίς εναλλαγή υψηλότερης και χαμηλότερης επιβάρυνσης.
  2. Απότομη αύξηση στη προπονητική επιβάρυνση.
  3. Ανεπαρκής χρόνος αποκατάστασης μεταξύ των προπονήσεων. Ελλειψη μιάς μέρας μέσα στην εβδομάδα απόλυτης ξεκούρασης.
  4. Γρήγορη ανάληψη προπόνησης μετά από ασθένεια.
  5. Ανεπαρκής θερμιδική πρόσληψη τροφής.
  6. Ανεπαρκής πρόσληψη υδατανθράκων.
  7. Μειωμένη πρόσληψη υγρών.
  8. Ανεπάρκεια σιδήρου.
  9. Μυϊκή προσπάθεια στην κατάσταση υπογλυκαιμίας.
  10. Ασκηση στη ζέστη.
  11. Μονοτονία στην προπόνηση.
  12. Παροδικές μολύνσεις και ιώσεις.
  13. Πολλές αγωνιστικές υποχρεώσεις του αθλητή.
  14. Υψηλή αύξηση προπονητικής επιβάρυνσης σε συνδυασμό με άλλες, εκτός προπονήσεων, σημαντικές υποχρεώσεις του αθλητή.
  15. Σύγκρουση απαιτήσεων.
  16. Ψυχολογικοί φόβοι, φόβος αποτυχίας σε αγώνες, υπερβολικές προσδοκίες απόδοσης, υπερβολικές απαιτήσεις στις προπονήσεις, μη ανεκτές συνασθη-ματικές εντάσεις οποιασδήποτε αιτιολογίας.

ΤΥΠΟΙ ΚΟΠΩΣΗΣ: ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Aύξηση της προπόνησης που διατηρείται επί μακρόν διάστημα συμβάλλει στην ανάπτυξη του παρασυμπαθητικού τύπου κόπωσης (Πίνακας Ι). Αντίθετα, ακατάλληλη προπόνηση ή απότομη αύξηση της προπόνησης συμβάλλει στην ανάπτυξη του συμπαθητικού τύπου κόπωσης (Πίνακας ΙΙ). Πέρα από τα κλινικά συμπτώματα που διαφοροποιούν τους δύο τύπους κόπωσης, προϋπόθεση αποτελεί ότι και οι δύο τύποι κόπωσης συνοδεύονται από μείωση της αγωνιστικής απόδοσης (Πίνακας ΙΙΙ).

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι:
ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗΣ ΣΕ ΑΘΛΗΜΑΤΑ ΑΝΤΟΧΗΣ (παρασυμπαθητικός τύπος)
  • Μειωμένη αγωνιστική απόδοση.
  • Γρήγορη αίσθηση κόπωσης, απάθεια.
  • Μελαγχολική διάθεση με τάση στην κατάθλιψη.
  • Υπνος κανονικός, ίσως μεγαλύτερης διάρκειας από το κανονικό.
  • Σωματικό βάρος σταθερό. Ορεξη φυσιολογική.
  • Χαμηλή καρδιακή συχνότητα ηρεμίας.
  • Χαμηλή αρτηριακή πίεση στην ηρεμία.
  • Γρήγορη επαναφορά της καρδιακής συχνότητας κατά την αποκατάσταση.
  • Μειωμένη καρδιακή συχνότητα σε κάθε υπομέγιστο μυϊκό έργο.
  • Μειωμένες τιμές γαλακτικού τόσο σε υπομέγιστο όσο και σε μέγιστο μυϊκό έργο.
  • Αναιμία.
  • Πεπτικές διαταραχές.
  • Χαμηλή γλυκόζη αίματος μετά από 12ωρη νηστεία και επίπεδη καμπύλη ανοχής γλυκόζης μετά από λήψη της. Επιρρέπεια στην υπογλυκαιμία.
  • Χαμηλή ικανότητα ρύθμισης της γλυκόζης στην άσκηση.
  • Χαμηλότερα επίπεδα κατεχολαμινών κατά τη διάρκεια της άσκησης.
  • Δυσλειτουργία υποθαλάμου – υπόφυσης – επινεφριδίων.
ΠΙΝΑΚΑΣ IΙ:
ΚΛΙΝΙΚΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗΣ ΣΕ ΕΚΡΗΚΤΙΚΑ– ΣΥΝΤΟΜΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΑΘΛΗΜΑΤΑ (συμπαθητικός τύπος)
  • Μειωμένη αγωνιστική απόδοση.
  • Ανησυχία, νευρικότητα , ερεθιστικότητα.
  • Υπνος ανήσυχος και διαταραγμένος.
  • Απώλεια σωματικού βάρους Μείωση όρεξης για λήψη τροφής.
  • Αυξημένη καρδιακή συχνότητα ηρεμίας.
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση στην ηρεμία.
  • Αργή επαναφορά της καρδιακής συχνότητας κατά την διάρκεια της αποκατάστασης.
  • Αυξημένη εφίδρωση.
  • Συναισθηματική αστάθεια.
  • Αυξημένα επίπεδα ΒΜR.
  • Αρνητικό ισoζύγιο αζώτου.
  • Ανωμαλίες στο ECG.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙII:
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗ
  • Μειωμένες αγωνιστικές επιδόσεις.
  • Ανικανότητα να φθάσει ο αθλητής σε επιδόσεις που είχε πετύχει στο παρελθόν.
  • Μεγάλη περίοδο αποκατάστασης.
  • Μειωμένη ανοχή σε προπονητική επιβάρυνση.
  • Μειωμένη ικανότητα παραγωγής μέγιστου έργου.
  • Μειωμένη μυϊκή δύναμη.
  • Απώλεια συναρμογής των κινήσεων.
  • Μειωμένη αποτελεσματικότητα και μειωμένο εύρος της κίνησης.
  •  Επανεμφάνιση λαθών στη τεχνική που είχαν διορθωθεί στο παρελθόν.
  • Μειωμένη ικανότητα να διαχωρίσει ο αθλητής τη σωστή κίνηση από τη λανθασμένη και να διορθώσει εν γένει τη τεχνική του.

Τα κλινικά συμπτώματα υπερκόπωσης στα αθλήματα αντοχής εμφανίζονται να είναι πιό δύσκολα αναγνωρίσιμα, καθώς είναι λιγότερο αντιληπτά γιά τον αθλητή και τον προπονητή του. Η υπερκόπωση γι’ αυτούς τους αθλητές καθυστερεί πολύ να αναγνωρισθεί λόγω ηπιότερων συμπτωμάτων και εξ’ αιτίας του γεγονότος ότι μοιάζουν με αυτά που επιφέρει η προπονητική κόπωση για τη βελτίωση των επιδόσεων.

Η πλήρης επαναφορά του οργανισμού από αυτό το είδος υπερκόπωσης παίρνει πάρα πολύ χρόνο, ακόμη και 6 μήνες. Ο τύπος αυτός της υπερκόπωσης αντανακλά προχωρημένο στάδιο κόπωσης που συνδέεται με την εξάντληση του νευροενδοκρινικού συστήματος και ως εκ τούτου την πλήρη απορρύθμιση των διαφόρων ορμονών. Αντίθετα, ο συμπαθητικός τύπος υπερκόπωσης αντανακλά την μακροχρόνια αντίδραση του οργανισμού στο stress πριν την εξάντληση.

Ο παρασυμπαθητικός τύπος υπερκόπωσης συνδέεται μα αθλήματα αντοχής ενώ ο συμπαθητικός τύπος με αθλήματα ταχύτητας και δύναμης. Οι νέοι αθλητές είναι πιό επιρρεπείς στο συμπαθητικό τύπο και οι μεγαλύτεροι στο παρασυμπαθητικό. Ατομικές διαφορές μεταξύ των αθλητών προδιαθέτουν για τον ένα ή άλλο τύπο κόπωσης.

Αλλαγή βιολογικών δεικτών λόγω της άσκησης

Η γρήγορη διάγνωση στη κόπωση παίζει σημαντικό ρόλο για την αντιμετώπισή της. Ομως, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι ποιές φυσιολογικές παραμέτρους θα πρέπει να επιλέξουμε, ώστε να διακρίνουμε εάν πρόκειται γιά προπονητική κόπωση, εξάντληση ή υπερκόπωση, με δεδομένο ότι η πτώση της αγωνιστικής απόδοσης είναι δεδομένη.

Ας δούμε λοιπόν τι παροδικές βιοχημικές αλλαγές επιφέρει η άσκηση σε κάποιους μεταβολικούς δείκτες, οι οποίοι όμως επανέρχονται εντός κάποιων ωρών στα πρό της άσκησης επίπεδα.

 ⇑ επίπεδα γαλακτικού (18, 26)
 ⇑ αμμωνία (47)
 ⇑ κατεχολαμίνες (3, 22)
 ⇓ Παράμετροι ανοσοποιητικού συστήματος (21, 49)
 ⇑ κορτιζόλη (22, 41)
 ⇓ τεστοστερόνη (35, 41)
 ⇓ συγκέντρωση αμινοξέων στο πλάσμα (45), ιδιαίτερα γλουταμίνη (31)
 ⇑ κρεατίνη κινάση (25, 42)
Εντός 24 ωρών
 ⇑ ουρικό οξύ (2, 18, 23, 32)
 ⇑ 3 methyl-histidine (53, 54)
 ⇑ ουρία (47)
 ⇑ επινεφρίνη (40)
 ⇓ τεστοστερόνη και κορτιζόλη (40)
 ⇓ συγκέντρωση αμινοξέων στο πλάσμα (10)

Γιά κάποιες μέρες
 ⇑ κρεατίνη κινάση (25, 42)

 

Yperproponisi-1

 

Πολλές έρευνες πάνω στην υπερπροπόνηση (19, 27, 28, 30, 51, 52), συμφωνούν ότι παράμετροι όπως η μυϊκή μάζα, καρδιακή συχνότητα ηρεμίας, αρτηριακή πίεση δεν έχουν σημαντική διαγνωστική αξία για να αποκαλύψουν διαφορές στην φάση της υπερκόπωσης (36, 37), καθώς ο τύπος κόπωσης (συμπαθητικός έναντι παρα-συμπαθητικός) δίνει αντικρουόμενα αποτελέσματα. 

Ερευνες έδειξαν μείωση στην αιμοσφαιρίνη, αιματοκρίτη και αριθμό ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC) σε φάσεις εξάντλησης (11) και υπερκόπωσης (48), εντούτοις άλλες έρευνες δεν επιβεβαίωσαν τα αποτελέσματα, ακόμα και για τα επίπεδα σιδήρου στο πλάσμα (24, 29, 46). Αυτοί οι δείκτες φαίνονται να αντιδρούν με παρόμοιο τρόπο στην προπονητική επιβάρυνση, η οποία δεν συνδέεται με ιδιαίτερη κόπωση, με αυτήν που συνδέεται με τη φάση της εξάντλησης ή της υπερκόπωσης.

Κατά την ίδια έννοια, η CK δείκτης καταστροφής μυϊκής μάζας (7) συνδέθηκε κάποια στιγμή και με την υπερκόπωση (48). Ομως, αυξημένη CK συμβαίνει με την εν γένει προπονητική δραστηριότητα, χωρίς πτώση αγωνιστικής απόδοσης, επομένως δεν μπορεί να αποτελεί καθοριστικό δείκτη υπερκόπωσης (25). Παράλληλα, εάν τα επίπεδα ουρίας παραμένουν στα φυσιολογικά επίπεδα δεν υπάρχει ανάγκη να μειωθεί η προπονητική επιβάρυνση.

Παρόμοια αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης (C) στο πλάσμα (4, 33), μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης (T) στο πλάσμα (1, 14) και μειωμένος λόγος C/T (1) έχουν σημειωθεί για πρώτη υποψία διάγνωσης υπερκόπωσης, εφόσον βέβαια προηγείται πτώση της αγωνιστικής απόδοσης. Ομως δεν αποκλείεται να αποτελούν απλές ενδείξεις της φυσιολογικής αναπόκρισης στην απλή προπονητική επιβάρυνση. Οι παραπάνω βιοχημικοί δείκτες απλά επισημαίνουν τον ανεπαρκή χρόνο αποκατάστασης του οργανισμού κατά την τρέχουσα περίοδο της προπονητικής επιβάρυνσης (33). Κατά τον ίδιο τρόπο αυξημένα επίπεδα κατεχολαμινών (CA) στην ηρεμία, μετά από περίοδο εντατικής προπόνησης, μπορεί να υποδηλώνουν τη φυσιολογική αντίδραση του οργανισμού στο προπονητικό stress, παρά να σχετίζονται με συμπτώματα υπερκόπωσης του αθλητή.

Αντίθετα, παράμετροι όπως:

  • 1 η μείωση της αλμπουμίνης στο πλάσμα.
  • 2 η συνολική συγκέντρωση των αμινοξέων στο πλάσμα.
  • 3 το άθροισμα των λευκών αιμοσφαιρίων.
  • 4 επίπεδα σιδήρου και φεριττίνης στο πλάσμα.
  • 5 επίπεδα ενεργειακών πηγών όπως του μυϊκού γλυκογόνου (9).

μπορούν να διαγνώσουν με μεγαλύτερη σαφήνεια ένα τόσο πολύπλοκο και πολυπαραγοντικό φαινόμενο, όπως αυτό της υπερκόπωσης (36, 37).

Βιοχημικός δείκτης που μπορούμε να βασισθούμε με σιγουριά, ότι πρόκειται για υπερκόπωση του αθλητή είναι τα μειωμένα επίπεδα γλουταμίνης στο πλάσμα του αθλητή, τα οποία παραμένουν χαμηλά, ακόμα και εάν ο αθλητής έχει σταματήσει μέρες τη προπόνηση (44, 46, 47).

Η απελευθέρωση της γλουταμίνης από τα μυϊκά κύτταρα παίζει σημαντικό ρόλο στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Κατεστραμμένα μυϊκά κύτταρα συμβάλλουν στην προβληματική λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος και ως εκ τούτου, μειώνουν την ικανότητα του οργανισμού να επιδιορθώσει τους ιστούς του από τη ζημιά της προπονητικής επιβάρυνσης, επιφέροντας αργοπορία στην όλη διαδικασία της κυτταρικής και ιστολογικής ανάπλασης του οργανισμού κατά την περίοδο της ανάπαυσης (43).

ΟΡΜΟΝΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΣΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΥΠΕΡΠΡΟΠΟΝΗΣΗΣ

Τα κλινικά συμπτώματα του συνδρόμου υποδηλώνουν απώλεια ισορροπίας ανάμεσα στη διέγερση και στην αποκατάσταση του νευροενδοκρινολογικού συστήματος. Η δυσλειτουργία αυτή συμβαίνει στον υποθάλαμο, το οποίον είναι το κέντρο που συνδέει το νευρικό και ορμονικό σύστημα.

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η περίοδος της αποκατάστασης από τη προπονητική επιβάρυνση των αθλητών να συνοδεύεται από αλλαγές, τόσο στο επίπεδο των μεταβολιτών στο αίμα, όσο και στο επίπεδο των ορμονών που έχουν ως στόχο να μεγενθύνουν τις αναβολικές διαδικασίες της πρωτεϊνικής σύνθεσης, ώστε να φέρουν τον οργανισμό στα προ της άσκησης επίπεδα.

Οι ορμονικές αλλαγές έχουν να κάνουν:

  1. με τα επίπεδα της κορτιζόλης (C) στο πλάσμα. Πολλές έρευνες έχουν δείξει αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης μετά από έντονη άσκηση, που όμως επανήλθαν 2-3 ώρες μετά τον τερματισμό της άσκησης. Η επαναφορά της C στα φυσιολογικά επίπεδα φαίνεται να είναι υψίστης σημασίας, καθώς είναι εμφανές ότι τα αυξημένα επίπεδά της στη περίοδο της αποκατάστασης θα καθυστερήσουν την έναρξη των αναβολικών διαδικασιών και της εν γένει επιδιόρθωσης των μυϊκών κυττάρων του οργανισμού από την προπονητική επιβάρυνση.
  2. με τα επίπεδα των κατεχολαμινών (CA) στο πλάσμα. Κάτω από κανονικές συνθήκες αυξημένα επίπεδα CΑ κατά τη διάρκεια της άσκησης επιστρέφουν στα προ της άσκησης επίπεδα σε λιγότερο από 4 ώρες μετά το τερματισμό της. Ομως μετά από έναν Μαραθώνιο οι CΑ μπορεί να παραμένουν αυξημένες γιά πολλές μέρες μετά τον αγώνα.
  3. επίπεδα τεστοστερόνης (Τ). Παρατηρείται αύξηση και μετά μείωση των επιπέδων της κατά τη διάρκεια παρατεταμένης μυϊκής προσπάθειας. Μία ώρα μετά την άσκηση παρατηρείται αποκατάσταση της Τ στα αρχικά επίπεδα. Ωστόσο, σε μερικούς αθλητές, μετά από έντονη άσκηση παρατηρείται καθυστερημένη αποκατάσταση της Τ στα προ της άσκησης επίπεδα (8).

Ο λόγος τεστοστερόνης/κορτιζόλη (Τ/C) φαίνεται να αποτελεί σημαντική ένδειξη υπερκόπωσης. Μειωμένα επίπεδα Τ/C περισσότερο από 30% συνδυασμένα από υψηλά επίπεδα της ορμόνης γλομπουλίνης (SHBG), η οποία δεσμεύει την ελεύθερη τεστοστερόνη μπορεί να είναι χρήσιμη ένδειξη υπερκόπωσης. (1).

Αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στο πλάσμα μετά την άσκηση σημαίνει ότι οι καταβολικές διεργασίες μέσα στο μυϊκό κύτταρο υπερτερούν των αναβολικών διεργασιών που έχουν να κάνουν με την επιδιόρθωση των ιστών.

Αυτό εξηγεί την αυξημένη συγκέντρωση ουρίας, που υποδηλώνει αυξημένη πρωτεόλυση μέσα στο μυϊκό κύτταρο και την απώλεια μυϊκής μάζας στους υπερκαταπονημένους αθλητές. Ως εκ τούτου, παρακολουθώντας τη ρύθμιση της ουρίας κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης και την επαναφορά της ισορροπίας του αζώτου σε θετικό ισοζύγιο, παρατηρούμε πότε επέρχεται επανόρθωση της ορμονικής λειτουργίας στα φυσιολογικά επίπεδα.

Κατά τη περίοδο της αποκατάστασης, η έναρξη των αναβολικών διαδικασιών σηματοδοτείται όταν τα μειωμένα επίπεδα Τ αρχίζουν να ανεβαίνουν και τα αυξημένα επίπεδα της C αρχίζουν να μειώνονται. Τα μειωμένα επίπεδα Τ την περίοδο της αποκατάστασης διαφοροποιούνται από αθλητή σε αθλητή, γεγονός που μπορεί να αποτελεί ένδειξη επιρρέπειας στην ανάπτυξη του συνδρόμου. Την περίοδο αυτή μπορεί να προκληθούν ευκολότερα κατάγματα, καθώς μειώνεται η ικανότητα του οργανισμού να επιδιορθώσει τους ιστούς του.

Φαίνεται καθαρά ότι η υπερκόπωση συνδέεται με δυσλειτουργία του υποθαλάμου -υπόφυσης. Σύμφωνα με τη θεωρία του Selye (1956), το σώμα ανταποκρίνεται στο stress και προσαρμόζεται ανάλογα. Το σώμα αντιλαμβάνεται οποιαδήποτε ενόχληση (stress) από το περιβάλλον με τον ίδιο τρόπο απ’όπου κι αν προέρχεται το ερέθισμα (προπόνηση, ψυχολογική επιβάρυνση κ.α.) και ως εκ τούτου γιά να το αντιμετωπίσει ενεργοποιεί το νευροενδοκρινικό σύστημα.

Ολα τα ερεθίσματα διεγείρουν μέσω του υποθαλάμου την υπόφυση, η οποία μέσω της ορμόνης αδρενοκορτικοτροπίνης (ACTH), ενεργοποιεί τη παραγωγή ορμονών στα επινεφρίδια, με αποτέλεσμα να έχουμε αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης και κατεχολαμινών. Η υπερέκκριση της κορτιζόλης μειώνει τους υποδοχείς της, το οποίον δημιουργεί τερματισμό της διέγερσης της υπόφυσης, με αποτέλεσμα και τον τερματισμό της φυσιολογικής αντίδρασης στο stress. Είναι πολύ πιθανόν αυτό να συμβαίνει στην υπερκόπωση.

Ομως, εάν το stress συνεχισθεί επ’αόριστον η παρατεταμένη διέγερση των επινεφριδίων από την υπόφυση μπορεί να οδηγήσει σε θανατηφόρα εξάντληση των επινεφριδίων. Ως εκ τούτου, ο οργανισμός προστατεύεται από το παρατεταμένο stress, μειώνοντας την ευαισθησία της ACTH στην υπόφυση, με αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων της κορτιζόλης. Αυτός ο μηχανισμός εξηγεί τα αυξημένα ή μειωμένα επίπεδα κορτιζόλης κατά τη διάρκεια της άσκησης και μετά από αυτήν.

Το γεγονός της δυσλειτουργίας υποθαλάμου – υπόφυσης ενισχύεται και από τα χαμηλά επίπεδα της τεστοστερόνης και της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH). Στις γυναίκες φαίνεται καθαρότερα, καθώς η μειωμένη LH δημιουργεί αμηνόρροια, η οποία σε συνδυασμό με άλλα συμπτώματα συνδέεται με την κατάσταση της υπερκόπωσης (35).

Αυτή η δυσλειτουργία του άξονος υποθαλάμου – υπόφυσης συνεχιζόμενη κατά τη διάρκεια της αποκατάστασης δημιουργεί υπερίσχυση των καταβολικών διεργασιών, έναντι των αναβολικών. Εάν η άσκηση επαναληφθεί τις επόμενες ημέρες χωρίς την ορμονική αποκατάσταση του άξονος υποθαλάμου – υπόφυσης θα επιβαρύνει την κατάσταση του αθλητή ακόμη περισσότερο. Ομως, συνήθως ο αθλητής ερμηνεύει την μειωμένη του απόδοση στην ανεπαρκή προπόνηση και όχι στην αυξημένη του κόπωση, με αποτέλεσμα να εντείνει τις προσπάθειές του, μπαίνοντας σε ένα φαύλο και αδιέξοδο κύκλο αυξημένου stress. Αυτό το τελευταίο συνδέεται επιπλέον με μειωμένη αντίσταση του οργανισμού του αθλητή στις ασθένειες, γι’ αυτό ο υπερκαταπονημένος αθλητής νοσεί συχνότερα (39).

ΠΡΟΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΥΠΕΡΚΟΠΩΣΗΣ

  1. Ο καθορισμός προπονητικών προγραμμάτων που επιτρέπουν επαρκή αποκατάσταση του οργανισμού και προλαμβάνουν τραυματισμούς ή υπερβολική κόπωση κατά τη διάρκεια της προπόνησης.
  2. Περιοδισμός της ετήσιας προπόνησης σε 4 μακρόκυκλους, όπου κάθε μακρόκυκλος διαιρείται σε μεσόκυκλους των 3-6 εβδομάδων, οι οποίοι διαιρούνται αντίστοιχα σε μικρόκυκλους των 1-2 εβδομάδων, οι οποίοι αποτελούνται από τις προπονητικές μονάδες. Σε κάθε επίπεδο ενσωματώνεται προοδευτικά αυξανόμενη προπονητική επιβάρυνση με κατάλληλες ποσοτικά περιόδους ελαφρότερης προπόνησης, ώστε να επιτρέπεται η αποκατάσταση του οργανισμού. Ειδικότερα στο τέλος ενός μεσόκυκλου, όπου στο τέλος 3 εβδομάδων σκληρής προπόνησης παρεμβάλλεται μία εβδομάδα ξεκούρασης μπορεί να ενσωματώνονται διάφορα τεστ όπου ελέγχεται η πρόοδος του αθλητή. Εάν μετά το τέλος της ξεκούραστης εβδομάδας δεν έχει επέλθει η ορμονική ισορροπία στον αθλητή μπορεί να γίνει διάγνωση υπερκόπωσης και να χρειάζεται επέκταση της περιόδου ανάπαυσης του αθλητή.
  3. Εξατομίκευση της προπόνησης, καθώς διαφορετικοί αθλητές μπορούν να αντέξουν διαφορετικά επίπεδα προπονητικού και αγωνιστικού stress.
  4. Η προπόνηση να προσαρμόζεται, άμα τη εμφανίσει σωματικής ή ψυχικής επιβάρυνσης. Η ποιοτική επιβάρυνση διατηρείται ενώ περικόπτεται η ποσοτική.
  5. Επιστημονικά τεκμηριωμένες δοκιμασίες ικανές να αποκαλύψουν υπερκόπωση του αθλητή.
  6. Η ενσωμάτωση των δοκιμασιών στα προπονητικά προγράμματα πρέπει να είναι τέτοια που να μην δημιουργείται σύγχυση μεταξύ της φυσιολογικής κόπωσης και της χρόνιας κόπωσης που συνδέεται με την υπερπροπόνηση.
  7. Απώλεια βάρους, αυξημένη δίψα και κατανάλωση πολλών υγρών το βράδυ, λιγότερος ύπνος και αυξημένη καρδιακή συχνότητα ηρεμίας το πρωΐ όταν ξυπνήσουν, μπορεί να αποτελούν ενδείξεις υπερκόπωσης. Οι αθλητές θα πρέπει να καταγράφουν το σωματικό τους βάρος, την καρδιακή συχνότητα στην ηρεμία και συναισθήματα σχετικά με την ένταση της προπόνησης. Συνιστάται επαρκής επανάπαυση, ύπνος, σωστά προσεγμένη διατροφή και κλινικός ψυχολόγος, όταν είναι απαραίτητος.

Δείκτες προπονητικής απόδοσης

  1. Καμπύλη γαλακτικού

Οταν τα επίπεδα γλυκογόνου του αθλητή είναι μειωμένα, τότε μειώνεται και η ικανότητα του αθλητή να εκτελεί αερόβιο και αναερόβιο έργο και ως εκ τούτου μειώνεται η ικανότητά του γιά παραγωγή μυϊκού έργου. Για οποιοδήποτε υπομέγιστο έργο τα επίπεδα του γαλακτικού στο πλάσμα του αθλητή μειώνονται, με αποτέλεσμα μειωμένη ικανότητα του αθλητή γιά μέγιστη μυϊκή προσπάθεια και μειωμένη μέγιστη παραγωγή γαλακτικού. Η προς τα δεξιά μετατόπιση της καμπύλης του γαλακτικού στον άξονα y σε σχέση με το μυϊκό έργο στον άξονα χ αντικατροπτίζει αυτά τα δεδομένα (5, 15).

Το παραπάνω τεστ μπορεί να αποτελεί προειδοποιητικό σήμα αρχής υπερπροπονημένου αθλητή, χωρίς όμως να αποτελεί και σαφές σύμπτωμα αυτής της κατάστασης, καθώς μπορεί να έχουμε υπερκόπωση χωρίς μείωση των αποθεμάτων γλυκογόνου.

  1. Ισοκινητική Δύναμη

Μειωμένη μυϊκή δύναμη έχει παρατηρηθεί σε υπερπροπονημένους αθλητές (6, 16, 17), ιδιαίτερα σε γρήγορες ταχύτητες κίνησης (180 – 3000/sec) (16, 17). Ως εκ τούτου, η χρήση ισοκινητικού μηχανήματος, ως ένα επιπρόσθετο διαγνωστικό τεστ υπερκόπωσης του αθλητή, είναι άξιο προσοχής.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Adlercreutz, H., M. Hakonen, K. Kuoppasalmi, H. Naveri, I. Huhtaniemi, H. Tikkanen, K. Remes, A. Dessypris, J. Karvonen. “ Effect of training on plasma anabolic and catabolic steroid hormones and their response during physical exercise.” International Journal of Sports Medicine, 7: S27-28, 1986.
  2. Allen, G.D., D. Keenan. “Uric acid production and excretion with exercise.” Australian Journal of Science and Medicine in Sports 20: S27-28, 1988.
  3. Bahr, R., A.T. Hostmark, E.A. Newsholme, O. Gronnerod, O.M. Sejersted. “Effects of exercise on recovery changes in plasma levels of FFA, glycerol, glucose and catecholamenes.” Acta Physiologica Scandinavica, 143: 105-115, 1991.
  4. Barron, J.L., T.D. Noakes, W. Levy, C. Smith, R.P. Millar. “Hypothalamic dysfunction in overtrained athletes.” Journal of Clinical Endocrinology and Metabolism 60: 803-806, 1985.
  5. Busse, M.W., N. Maassen, D. Boning. “ The workload curve lactate: measure of endurance capacity or criterion of muscle glycogen storage?” Glycogen depletion.” International Journal of Sports Medicine, 8: 140, 1987.
  6. Callister, R., R.J. Callister, S.J. Fleck, G.A. Dudley. “Training Effects on Strength in Judo Player.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 20: 86, 1988. Medicine and Science in Sports and Exercise, 20:
  7. Clarkson, P.M. “Investigation of serum creatine kinase variability after muscle damaging exercise.” Clinical Science. 75: 257-261, 1988.
  8. Cooke, R.R., J.E.A. McIntosh, R.P. McIntosh. “ Circadian variation in serum free and non SHBG-bound testosterone in normal men: measurements and stimulation using a mass action model.” Clinical Endocrinology 39: 163-171, 1993.
  9. Costill, D.L., M.G. Flyn, J.P. Kirwan, J.A. Houmard, J.B. Mitchell, R. Thomas, S.H. Park. “Effects of repeated days of intensified training on muscle glycogen and swimming performance.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 20: 249-254, 1988.
  10. Decombaz, J., P., Reinhardt, K. Anantharaman, G. von Clutz, J.R. Poortmans. “Biochemical changes in a 100 Km run: free amino acids, urea and creatine.” European Journal of Applied Physiology, 41: 61-72, 1979.
  11. Dressendorfer, R.H.,C.E. Wade, E.A. Amsterdam. “ Development of pseudo-anemia in marathon runners during a 20-day road race.” Journal of the American Medical Association 246: 1215-1218, 1983.
  12. Dressendorfer, R.H.,C.E. Wade, J. Claybaugh, S.A. Cucinell, G.C. Timmis. “Effects of 7 successive days of unaccustomed prolonged exercise on aerobic performance and tissue damage in fitness joggers.” International Journal of Sports Medicine, 12: 55-61, 1991.
  13. Evans, W.J., C.N. Meredith, J.G. Cannon, D.A. Dinarello, W.R. Frontera, V.A. Hughes, B.H. Jones, H.G. Knuttgen, “Metabolic changes following eccentric exercise in trained and untrained men.” Journal of Applied Physiology, 61: 1864-1868, 1986.
  14. Flynn, M.G., F.X. Pizza, J.B. Boone, F.F. Andres, T.A. Michaud, J.R. Rodriguez-Zavas. “Indices of training stress during competitive running and swimming seasons.” International Journal of Sports Medicine, 15: 21-26, 1994.
  15. Foster, C., A.C. Snyder, N.N. Thomson, K. Kuettel. “ Normalization of the blood lactate profile in athletes.” International Journal of Sports Medicine, 9: 198-200, 1988.
  16. Friden J. “Muscle soreness after exercise: implications of morphological changes.” International Journal of Sports Medicine, 4: 170-176, 1984.
  17. Friden J. “ M. Sjostrom, B. Ekblom. “ Myofibrillar damage following intense eccentric exercise in man.” International Journal of Sports Medicine, 5: 57-66, 1983.
  18. Fry,R.W., A.R. Morton, P. Garcia Webb, G.P.W. Grawford, D. Keast. “Monitoring exercise stress by changing in metabolic and hormonal responses over a 24-h-period.” European Journal of Applied Physiology, 63: 228-234, 1991.
  19. Fry,R.W., A.R. Morton, P. Garcia Webb, G.P.W. Grawford, D. Keast. “Biological responses to overload training in endurance sports.”European Journal of Applied Physiology, 64: 335-344, 1992.
  20. Fry, R.W., A.R. Morton, D. Keast. “Overtraining in athletes: an update.” Sports Medicine 12: 32-65, 1991
  21. Fry,R.W., A.R. Morton, D. Keast. “Δcute intensive interval exercise and T-lymphocyte function.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 24: 339-345, 1992.
  22. Gray, A.B., R. D. Telford, M. Collins, M.J. Weidemann. “The response of leukocyte subsets and plasma hormones to interval exercise.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 25: 1252-1258, 1993.
  23. Green, H.J., I.G. Fraser. “Differential effects of exercise intensity on serum uric acid concentration.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 20: 55-59, 1988.
  24. Harrison, M.H. “Effects of thermal stress and exercise on blood volumes in humans.” Physiological Reviews, 65: 149-209, 1985.
  25. Hellsten-Westing, Y.A. Sollevi, B. Sjodin. “Plasma accumulation of hypoxanthine, uric acid and kreatine kinase following exhausting runs of differing durations in man.” European Journal of Applied Physiology, 62: 380-384, 1991.
  26. Hermansen, L., I. Stensvold. “Production and removal lactate during exercise in man.” Acta Physiologica Scandinavica, 86: 191-201, 1972.
  27. Hooper, S.L., L.T. Mackinnon, R.D. Gordon, A.W. Bachmann. “Hormonal responses of elite swimmers to overtraining.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 25: 741-747, 1993.
  28. Hooper, S.L., L.T. Mackinnon, A. Howard, R.D. Gordon, A.W. Bachmann. “Markers of monitoring overtraining and recovery.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 27: 106-112, 1995.
  29. Jeukendrup, A.E., M.K.C. Hesselink. “Overtraining: What do lactate curves tell us?” British Journal of Sport Medicine, 28: 239-240, 1994.
  30. Jeukendrup, A.E., M.K.C. Hesselink, A.C. Snyder, H. Kruipers, H.A. Keizer. “Physiological changes in male competitive cyclists after two weeks of intensified training.” International Journal of Sports Medicine, 13:534-541, 1992.
  31. Keast, D., D. Arstein, W. Harper, R. W. Fry, A.R. Morton. “Depression of plasma glutamine following exercise stress and its possible influence on the immune system.” Medical Journal of Australia 162: 15-18, 1995.
  32. Irving, R.A., T.D. Noakes, S.C. Burger, K.H. Myburgh, D. Querido, R. Van Zyl Smit. “Plasma volume and renal function during and after ultra marathon running.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 22: 581-587, 1990.
  33. Kirwan, J.P., D.L. Costill, J.A. Houmard, J.B. Mitcell, M.G. Flynn, W.J. Fink. “Physiological responses to successive days of intense training in competitive swimmers.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 20: 255-259, 1988.
  34. Kuippers H., H.A. Keizer. “Overtraining in Elite Athletes.” Sports Medicine 6: 79-92, 1988.
  35. Kuoppasalmi, K., H Naiveri, M. Harkonen, H. Adlercreutz. “Plasma cortisol, androstenedione, testosterone, luteinising hormone in running exercise of different intensities.” Scandinavian Journal of Clinical Laboratory Investigation 40: 403-409, 1980.
  36. Lehmann, M., U. Gastmann, K.G. Petersen, N. Bachl, A. Seidel, A. N. Khalaf, S. Fisher, J. Keul. “Performance and hormone levels, after of a def;ined increase in training volume vs intensity in experienced middle- and long- distance runners.” British Journal of Sports Medicine 26: 233-242,1992.
  37. Lehmann, M., P. Baumgartl, C. Wieseneck, A. Seidel, H. Baumann, S. Fischer, U. Spori, G. Gendrisch, R. Kaminski,J. Keul. “Training – Overtraining: influence of a defined increase in training volume vs training intensity on performance catecholamines and some metabolic parameters in experienced middle- and long- distance runners.” European Journal of Applied Physiology 64: 169-177, 1992.
  38. Lijnen, P., P. Hespel, R. Fagard, R. Lysens, E. Vanden-Eynde, M. Goris, W. Goossens, W. Lissens, A. Amery. “Indicators of cell breakdown in plasma of men during and after a marathon race.” International Journal of Sports Medicine, 9: 108-113, 1988.
  39. Mackinnon, L.T., S.L. Hooper. “Mucosal (secretory) immune system responses to exercise of varying intensity and during overtraining.” International Journal of Sports Medicine, 15: S179-S183, 1994.
  40. Maron, M.B., S.M. Horvath, J.E. Wilkerson. “Blood biochemical alteration during recovery from competitive marathon running.” European Journal of Applied Physiology 36: 231-238, 1977.
  41. Mathur, R.S., M.R. Neff, S.C. Landgrebe, L.O. Moody, R.F. Kirk, R.H. Gadsen, P.E. Rust.”Time-related changes in the plasmaconcentrations of prolactin, gonadotrophins, sex hormones-binding globulin and certain steroid hormones in female runners after a long long-distance race.” Fertility and Sterility 46: 1067-1070, 1986.
  42. Maughan, R.J., A.E. Donnelly, M. Gleeson, P.H. Whiting, K.A. Walker, P.J. Clough. “Delayed-onset muscle damage and lipid peroxidation in man after a downhill run.” Muscle and Nerve 12: 332-336, 1989.
  43. Newsholme, E.A. “Psychochoimmunology and cellular nutricion: an alternative hypothesis.” Biological Psychiatry, 27: 1-3 1990.
  44. Parry – Billings, M. R. Budgett, Y. Koutedakis, E. Blomstrand, S. Brooks, C. Williams, P. Calder, S. Pilling, R. Baigrie, E. Newsholme. “Plasma amino aid concentrations in the overtraining syndrome: possible effects on the immune system”. Medicine and Science in Sports and Exercise, 24: 1353-1358,1992
  45. Rennie M.J. R.H.T. Edwards, S. Krywawych, C.T.M. Davies, D. Halliday, J.C. Waterlow, D.J. Millward. “Effect of exercise on protein turnover in man.” Clinical Science 61:627-639, 1981.
  46. Rowbottom, D.G., D.Keast, C. Goodman, A.R. Morton. “The haematological, biochemical and immunological profile of athletes suffering from the overtraining syndrome”. European Journal of Applied Physiology 70: 502-509,1995.
  47. Rowbottom, D.G., D.Keast, A.R. Morton. “The emerging role of glutamine as an indicator of exercise stress and overtraining.” Sports Medicine 21: 80-97., 1996.
  48. Ryan, A.J., R.L. Brown, E.C. Frederick, H.L. Falseti, E.R. Burke. “Overtraining of athletes.” Physician and Sportmedicine 11:93-110, 1983.
  49. Shinkai, S., S. Shore, P.N. Shek, R.J. Shepard.“Acute exercise and immune function: relationship between lymphocyte activity and changes in subset counts.” International Journal of Sports Medicine, 13: 452-461, 1992.
  50. Selye H. “The stress of life.” McGraw-Hill, New York, 1956.
  51. Snyder, A.C., A.E. Jeukendrup, M.K.C. Hesselink, H. Kruipers, C. Foster. “Δ physiological / psychological indicator of over-reaching during intensive training.” International Journal of Sports Medicine, 14: 29-32, 1993.
  52. Snyder, A.C., H. Kruipers, B.O. Cheng, R. Servais, E. Fransen. “Overtraining following intensified training with normal muscle glycogen.” Medicine and Science in Sports and Exercise, 27: 1063-1070, 1995.
  53. Viru A. “The mechamism of training effects: a hypothesis.” Journal of Sports Medicine 5: 219-227, 1984.
  54. Viru A. “Mobilization of structural proteins during exercise.” Sports Medicine 4: 95-128, 1987.