Jun 25, 2004

Ολυμπιακές σχέσεις εξουσίας

Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στο διμηνιαίο θεωρητικό – πολιτικό περιοδικό ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 2, Ιούνιος – Ιούλιος 2004.

 

Οι Ολυμπιακοί αγώνες ξεκίνησαν κατά την αρχαιότητα σαν μία θρησκευτική τελετή προς τιμήν του Δία. Εξέφραζαν σε εκείνη την αρχική τους φάση την εξουσία της θρησκείας και του ιερατείου. Αρχικά είχαν ένα μονάχα αγώνισμα, τον δρόμο του ενός σταδίου (περίπου 192 μέτρα). Οι Ολυμπιακοί αγώνες είχαν μεγάλη επιτυχία στο κοινό, οπότε με τα χρόνια προστέθηκαν και άλλα αγωνίσματα. Ο αθλητισμός ήταν αγαπημένη ενασχόληση των αρχαίων Ελλήνων έτσι κι αλλιώς, αφού στις συνθήκες εκείνης της εποχής αποτελούσε ιδανική μέθοδο προετοιμασίας του ελεύθερου πολίτη γιά τη βασική του ενασχόληση, τον πόλεμο.

Ο Ομηρος στην Ιλιάδα περιγράφει αναλυτικά τους αθλητικούς αγώνες που διοργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμή του Πάτροκλου μετά την κηδεία του. Περιγράφονται οκτώ αγωνίσματα, αρματοδρομία, πυγμαχία, πάλη, δρόμος, μάχη οπλιτών, ρίψη βαριού σιδερένιου κρίκου, τοξοβολία και ακοντισμός. Ολα είναι αγωνίσματα πολεμικά, αγωνίσματα που προετοιμάζουν άμεσα τον αθλητή γιά πόλεμο. Η Ιλιάδα θεωρείται ότι γράφτηκε περίπου την εποχή που ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί αγώνες και εκφράζει τις συνήθειες της εποχής της.

Καθώς διευρύνετο το αθλητικό πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων με διάφορα πολεμικά αθλήματα, η Ολυμπιακή νίκη γινόταν συνώνυμη με την στρατιωτική ισχύ της πόλης του νικητή. Ετσι πέρα από τη θρησκευτική εξουσία οι Ολυμπιακοί αγώνες σύντομα εξέφρασαν τη στρατιωτική δύναμη και εξουσία των Ελληνικών πόλεων.

Από μία διοργάνωση με τέτοια σημασία κανείς δεν έλειπε, ενώ ο θρησκευτικός χαρακτήρας των αγώνων εξασφάλιζε την ασφαλή προσέλευση και παραμονή ακόμα και εμπόλεμων αντιπάλων κατά τις ημέρες των αγώνων, με το ιερό έθιμο της Ολυμπιακής εκεχειρίας. Ο χώρος των αγώνων έγινε έτσι φυσικός χώρος διπλωματικών επαφών ανάμεσα στις Ελληνικές πόλεις, συνεπώς χώρος έκφρασης της πολιτικής εξουσίας της εποχής.

Με τη Ρωμαϊκή κατάκτηση οι Ολυμπιακοί αγώνες όχι μόνο δεν καταργήθηκαν, αλλά γρήγορα μετασχηματίστηκαν σε Ρωμαϊκό θεσμό, έκφραση της Ρωμαϊκής εξουσίας στην Ελλάδα αλλά και σε όλη την έκταση της Αυτοκρατορίας. Επετράπη φυσικά η συμμετοχή Ρωμαίων πολιτών στους αγώνες, που μέχρι τότε ήσαν αμιγώς Ελληνικοί, οπότε καθώς επεκτείνετο με τα χρόνια η ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους υπηκόους της Αυτοκρατορίας, οι αγώνες έγιναν αγώνες της Αυτοκρατορίας.

Οταν η Αυτοκρατορία έγινε αργότερα χριστιανική, αφομοίωσε όποιους από τους παλιότερους θεσμούς ήθελε και μπορούσε να αφομοιώσει και κατάργησε τους υπόλοιπους. Οι Ολυμπιακοί αγώνες δεν κατάφεραν να βρούν χριστιανική αιτιολόγηση, οπότε καταργήθηκαν σε μία συμβολική κίνηση κατάργησης της παλιάς εξουσίας από την καινούργια.

Γιά πολλούς αιώνες οι Ολυμπιακοί αγώνες λησμονήθηκαν, ώσπου στα τέλη του 19ου αιώνα μία καινούργια εξουσία, η εξουσία των αστών, βρέθηκε να ψάχνει σύμβολα που να τη διαφοροποιούν από, αλλά και να την ενώνουν με το παρελθόν. Η Ευρωπαϊκή αστική τάξη είχε κερδίσει όλες τις πολιτικές μάχες με την αριστοκρατία και είχε περάσει στη φάση αφομοίωσης των υπολειμμάτων της. Στο πεδίο όμως του πολιτιστικού εποικοδομήματος η παλιά τάξη παρέμενη κυρίαρχη, αντιμετωπίζοντας τους ανθρώπους του χρήματος σαν επελαύνοντες βαρβάρους. Πολλοί από τους εν λόγω βαρβάρους ένοιωθαν την ανάγκη να αποκτήσουν την αποδοχή των αριστοκρατών, γιά να γίνουν και οι ίδιοι αριστοκράτες.

Το “αρχαίο πνεύμα αθάνατο” ήρθε να λύσει το πρόβλημα. Ενας ελάσσων Γάλλος ευγενής περιορισμένων οικονομικών μέσων, ο βαρώνος ντε Κουμπερτέν και ένας Ελληνας αστός της Αγγλίας, ο Βικέλας, ανέλαβαν να αναβιώσουν τους αρχαίους Ολυμπιακούς αγώνες ως διεθνείς, προτείνοντάς τους σαν γέφυρα που θα ένωνε την παλιά και τη νέα άρχουσα τάξη στη βάση κοινών αξιών. Οι αξίες αυτές – πατριωτισμός, πλούτος, αίσθηση ανωτερότητας από τους πολλούς – είναι πράγματι κοινές σε κάθε άρχουσα τάξη, το περιτύλιγμα όμως, το πνεύμα μιάς αρχαιότητας παλιότερης και από τα δύο μέρη, επέτρεπε στους αριστοκράτες να δεχτούν τους αστούς σαν ίσους και όμοιους και στους αστούς να υπερβούν το κοινωνικό τους κόμπλεξ.

Οι αγώνες ήσαν ανοιχτοί σε όλους κατά το αστικό πρότυπο – η αρχή του αμιγούς ερασιτεχνισμού των αθλητών εξασφάλιζε αποτελεσματικά τον επιθυμητό βαθμό αποκλεισμού των κατώτερων τάξεων. Οποιος ξεβράκωτος μπορούσε να υπερπηδήσει αυτό το εμπόδιο ήταν ευπρόσδεκτος.

Το ιδεολογικό μίγμα των αγώνων ήταν αρκετά περίεργο και κάπως δυσνόητο έξω από τα Ευρωπαϊκά σαλόνια που το γέννησαν, οπότε ο χαρακτήρας των πρώτων διοργανώσεων εποίκιλε ανάλογα με το πως το καταλάβαινε ο κόσμος στη κάθε διοργανώτρια πόλη. Οι πρώτοι αγώνες της Αθήνας το 1896 είχαν τον χαρακτήρα της γιορτής αρχαιολατρείας. Οι δεύτεροι αγώνες στο Παρίσι το 1900 πλησίασαν περισότερο τις προθέσεις των αναβιωτών, αλλά το 1904 στο Σέϊντ Λούϊς των ΗΠΑ οι αγώνες πήραν τη μορφή ζωοπανήγυρης. Το 1908 στο Λονδίνο ξαναγύρισαν κάπως στα ίσια τους. Από το 1920 στην Αμβέρσα άρχισαν να στρώνουν σαν μία ερασιτεχνική διεθνής αθλητική εκδήλωση που αποκτούσε τον δικό της χαρακτήρα, καθώς μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο η σημασία της αριστοκρατίας έβαινε ταχέως μειούμενη και οι αγώνες εξελίσσοντο σε ένα ακόμη παιχνίδι των πλουσίων.

Το παιχνίδι όμως είχε σχεδιαστεί από την αρχή σαν πολιτικό εργαλείο και το 1936 στο Βερολίνο οι αγώνες ξαναγύρισαν στην γνήσια αρχική τους πολιτική μορφή στα χέρια ενός επιδέξιου δημαγωγού. Η επιτυχία του Χίτλερ υπήρξε τόση, που οι επόμενες δύο διοργανώσεις δεν έγιναν, γιατί ο κόσμος ήταν απασχολημένος με τον πόλεμο που αυτός προκάλεσε.

Το 1948 συναντήθηκε ξανά η Ολυμπιακή οικογένεια στο Λονδίνο, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να ξαναγυρίσει το ρολόϊ του Ολυμπιακού κινήματος πίσω στο 1932. Γιά μερικά χρόνια το πέτυχε, αλλά καινούργιες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις άρχιζαν ήδη να εκφράζονται μέσα από τους Ολυμπιακούς αγώνες. Η αριστοκρατία, που γιά χάρη της αναβίωσαν οι αγώνες, είχε χάσει πιά κάθε σημασία, αν και χρειάστηκε να περάσει μία γενιά ακόμα γιά να το καταλάβει. Η Ευρώπη, από βασικός παίκτης, είχε γίνει χώρος παιγνίου μονάχα – τουλάχιστον αυτή το κατάλαβε νωρίτερα. Ο ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων άρχισε να κυριαρχεί και στους Ολυμπιακούς αγώνες. Σε κάθε διοργάνωση όλα τα μάτια έπεφταν στον συγκριτικό πίνακα των σοσιαλιστικών και καπιταλιστικών μεταλίων, οπότε πολλά μάτια δεν είδαν κάποιες βαθύτερες αλλαγές που συντελούντο στο Ολυμπιακό κίνημα.

Οσοι έβλεπαν από την τηλεόραση τον αθλητικό ανταγωνισμό των δύο μεγάλων αντιπάλων νόμιζαν ότι η μεγάλη είδηση ήταν αυτό που έβλεπαν. Δεν κατάλαβαν ότι η πραγματικά μεγάλη είδηση ήταν το γεγονός ότι το έβλεπαν από τον καναπέ του σπιτιού τους. Η τηλεοπτική μετάδοση άλλαξε τους αγώνες περισσότερο από οποιονδήποτε ή οτιδήποτε είχε προηγηθεί τους προηγούμενους 28 αιώνες.

Η τηλεόραση δημιούργησε ζήτηση – ζήτηση γιά δημοφιλή αγωνίσματα, ζήτηση γιά μεγαλύτερη ποικιλία, ζήτηση γιά μεγαλύτερη συμμετοχή. Γιά να καλυφτεί η τηλεοπτική ζήτηση οι αγώνες κάθε χρονιά μεγάλωναν. Εμπαιναν καινούργια αθλήματα, ατομικά και ομαδικά, μεγάλωνε ο αριθμός των συμμετεχόντων αθλητών, μεγάλωνε το πλήθος και το μέγεθος των αθλητικών εγκαταστάσεων, μαζί μεγάλωναν και τα έξοδα των αγώνων. Μαζί μεγάλωνε και το κοινό που παρακολουθούσε τους αγώνες, παρέχοντας ένα κοινό που ήταν το όνειρο του κάθε διαφημιζόμενου.

Εμπορικοί σπόνσορες των Ολυμπιακών αγώνων είχαν υπάρξει από τους αγώνες του 1928 στο Αμστερνταμ – πρώτος σπόνσορας ήταν η Κόκα Κόλα. Στην εποχή της τηλεοπτικής μετάδοσης των αγώνων όμως ο αριθμός των εμπορικών χορηγών και τα ποσά των χορηγιών αυξήθηκαν κατακόρυφα. Λειτουργούσε όμως ακόμα το σχήμα των ερασιτεχνικών αγώνων, τουλάχιστον ως το 1976 στο Μόντρεαλ.

Ενώ αυξάνετο αθόρυβα ο εμπορικός ρόλος των αγώνων, συνέχιζε η κάθε διοργάνωση να αποτελεί ευκαιρία προβολής της δύναμης και της διεθνούς αποδοχής της κάθε διοργανώτριας χώρας, σύμφωνα με τα πρότυπα του 1936. Η ανάθεση των αγώνων του 1960 στη Ρώμη, του 1964 στο Τόκιο και του 1972 στο Μόναχο σηματοδότησαν την πλήρη αποδοχή των ηττημένων του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου στη διεθνή κοινότητα. Από το 1968 όμως άρχισαν να αξιοποιούνται οι αγώνες ως βήμα προβολής πολιτικών αιτημάτων του κάθε καταφρονεμένου, δημιουργώντας μία κατάσταση εκρηκτική που τάραξε το κατά ντε Κουμπερτέν “αρχαίο πνεύμα” συνθέμελα.

Αυτό που πρωτοεκδηλώθηκε το 1968 στη Πόλη του Μεξικού σαν σιωπηρή πολιτική διαμαρτυρία δύο μαύρων Αμερικανών δρομέων πάνω στο βάθρο, που χαιρέτησαν τη σημαία της χώρας τους και άκουσαν τον εθνικό της ύμνο με το χέρι υψωμένο στον χαιρετισμό των μαύρων πανθήρων, με αποτέλεσμα να χάσουν τα μετάλλιά τους, ξέσπασε σε σφαγή των Ισραηλινών αθλητών στο Μόναχο το 1972, όταν οι Παλαιστίνιοι επέλεξαν να φέρουν το πρόβλημά τους με τον πιό αιματηρό τρόπο εκεί που ήσαν σταμμένα τα βλέμματα όλου του πλανήτη.

Παράλληλα οι Αφρικανικές χώρες διεκδίκησαν και πέτυχαν τον αποκλεισμό της Νότιας Αφρική από το Ολυμπιακό κίνημα λόγω απάρτχαϊντ, απειλώντας με αποχή όλης της μαύρης Αφρικής από τους αγώνες. Θα είχαν γίνει οι αγώνες τέτοιο βήμα προβολής πολιτικών αιτημάτων αν δεν υπήρχε η τηλεόραση να τους φέρνει σε κάθε σπίτι της γης;

Η πολιτική αξιοποίηση των αγώνων συνεχίστηκε μετά τη Ρωσική εισβολή στο Αφγανιστάν, με τους Αμερικανούς να απέχουν από τους αγώνες της Μόσχας το 1980 και τους Ρώσους να ανταποδίδουν το 1984 στο Λος Αντζελες. Το 1988 η ανάθεση των αγώνων στη Σεούλ συνέπεσε με τον εκδημοκρατισμό της Νότιας Κορέας, ενώ η ανάθεση των αγώνων του 2008 στο Πεκίνο σηματοδοτεί την πλήρη αποδοχή της Κίνας στο διεθνές σύστημα. Οι διπλωμάτες συνεχίζουν πάντα να χρησιμοποιούν τους Ολυμπιακούς αγώνες σαν εργαλείο της δουλειάς τους, ακολουθώντας και αυτοί την αρχαία Ελληνική παράδοση. Δεν είναι όμως πιά η κατάσταση ίδια με πρίν. Σήμερα οι αγώνες έχουν άλλο ιδιοκτήτη.

Η ανατροπή των πάντων ξεκίνησε αθέλητα το 1976 στο Μόντρεαλ, όταν οι αγώνες κατέληξαν σε μία οικονομική καταστροφή γιά τη διοργανώτρια πόλη. Το άμεσο αποτέλεσμα ήταν ότι μετά την επόμενη διοργανώτρια πόλη, τη Μόσχα, κανείς δεν ήθελε να αναλάβει το οικονομικό βάρος μιάς διοργάνωσης. Ετσι οι αγώνες του 1984 στο Λος Αντζελες έγιναν το σημείο καμπής γιά τους Ολυμπιακούς αγώνες. Μπορεί οι κυβερνήσεις να ήθελαν να χρησιμοποιούν τους αγώνες πολιτικά, δεν δεχόντουσαν όμως και να τους πληρώνουν. Ενας ευφυής Αμερικανός σπεσιαλίστας του μάρκετινγκ, ο Πήτερ Ουέμπεροθ, πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής των Ολυμπιακών αγώνων του Λος Αντζελες, ανέλαβε να δώσει μία τελείως Αμερικάνικη λύση στο οικονομικό πρόβλημα, πούλησε κανονικά τους αγώνες στους σπόνσορες!

Αφού φρόντισε πρώτα να εξασφαλίσει την απόλυτη νομική προστασία των Ολυμπιακών εμπορικών σημάτων και φρόντισε να δώσει τη μεγαλύτερη δημοσιότητα στην επικείμενη διοργάνωση (αξιοποιώντας ιδιαίτερα και τους φόβους γιά την ενδεχόμενη αποτυχία της – να μιλάνε γιά μας και ας λένε ότι θέλουνε), χρυσοπούλησε τα τηλεοπτικά δικαιώματα, τα διαφημιστικά δικαιώματα με το σήμα των αγώνων, τα δικαιώματα επίσημου χορηγού, ακόμα και τα δικαιώματα προβολής κατά τη λαμπαδηδρομία, που πουλήθηκε με το χιλιόμετρο σε χορηγούς, αφού πρώτα σχεδιάστηκε να γυρίζει όλη τη χώρα γιά να αυξηθούν τα προς πώληση χιλιόμετρα!

Ο Πήτερ Ουέμπεροθ πέτυχε τους οικονομικούς στόχους του πέρα από κάθε προσδοκία. Οι Ολυμπιακοί αγώνες του Λος Αντζελες του 1984 όχι μονάχα πέτυχαν, όχι μονάχα δεν μπήκαν μέσα οικονομικά, αλλά άφησαν και κέρδη. Από τότε όλες οι Ολυμπιακές διοργανώσεις γίνονται με βάση τη συνταγή Ουέμπεροθ και οι Ολυμπιακοί αγώνες έχουν γίνει πιά ιδιοκτησία των πολυεθνικών εταιριών που έχουν εξασφαλίσει μετά από πλειστηριασμό από τη ΔΟΕ τα δικαιώματα σπόνσορινγκ με μακροχρόνια συμβόλαια.

Είναι αρκετά εντυπωσιακή η άποψη που είχε ακουστεί κατά κόρον στη χώρα μας όταν διεκδικούσαμε τους αγώνες, ότι αν τους πάρουμε θα τους επαναφέρουμε στην αρχική καθαρή τους μορφή, από την οποία τάχα απομακρύνθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Η άποψη αυτή επικρίθηκε κατά καιρούς από πολλούς ως αφελής, στην πραγματικότητα όμως δεν είναι καθόλου αφελής, είναι απλά εσφαλμένη. 2.800 χρόνια ακριβώς μετά τους πρώτους Ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας οι αγώνες παραμένουν ακριβώς αυτό που ήσαν πάντα, μία κορυφαία έκφραση της εξουσίας των κρατούντων της κάθε εποχής.

Αν η εξουσία πέρασε από τους ιερείς του Δία στις Ελληνικές πόλεις, από εκεί στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, μετά στον χριστιανό Αυτοκράτορα, έπειτα στους αστούς και ακολούθησε τις ενδοταξικές και γεωγραφικές ανακατατάξεις της αστικής εξουσίας, γιά να καταλήξει σήμερα στις Αμερικάνικες πολυεθνικές, γιά αυτό καθόλου δεν φταίνε οι Ολυμπιακοί αγώνες, που κατάφεραν και καταφέρνουν πάντα να αποτελούν το χρήσιμο προσάρτημα αυτής της εξουσίας, της εκάστοτε εξουσίας.