Φεβ 25, 2005

Οι προοπτικές του Ελληνικού αθλητισμού

Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στο περιοδικό ΜΕΤΕΞΕΛΙΞΗ, Φεβρουάριος 2005.

 

Τα τελευταία χρόνια οι Ελληνικός αθλητισμός είχε ένα και μοναδικό στόχο, την καλή Ολυμπιακή παρουσία στους αγώνες της Αθήνας. Ολες οι δράσεις και όλα τα προγράμματα κινούνταν γύρω από αυτό το ένα και μοναδικό γεγονός, που πρόβαλε σαν το μεγάλο ορόσημο του Ελληνικού αθλητισμού.

Οι αγώνες έγιναν, τέλειωσαν και πάνε. Αφησαν τον Ελληνικό αθλητισμό πλουσιώτερο σε μετάλλια και ρεκόρ, αλλά φτωχότερο σε ψευδαισθήσεις άμωμης αθλητικής δόξας. Η επόμενη μέρα ξεκίνησε ήδη μέσα από τη παραζάλη της μεγάλης γιορτής, με τους παράγοντες των αθλητικών ομοσπονδιών να προσπαθούν να κάνουν αυτό που είχαν μάθει όλα τα προηγούμενα χρόνια, να κοιτάνε προς τους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες.

Ισως μερικοί να χρειαστούν καιρό γιά να το καταλάβουν, αλλά γιά μία διοργανώτρια χώρα οι Ολυμπιακοί αγώνες χωρίζουν τον χρόνο στα δύο, πριν τους αγώνες και μετά, αφού μετά τους αγώνες τίποτα δεν παραμένει ίδιο στον χώρο του αθλητισμού.

Κατ’ αρχάς δεν μπορεί να μείνει ίδια η χρηματοδότηση. Πρίν τους αγώνες το κρατικό χρήμα ρέει άφθονο στις ομοσπονδίες, αφού η καλή αθλητική παρουσία θεωρείται αναγκαία γιά τη συνολική εικόνα της χώρας. Μετά αποτελεί μία ακόμα δαπάνη, που θα πρέπει να δικαιολογηθεί όπως όλες οι άλλες. Με την αναπόφευκτη μείωση της χρηματοδότησης, κάποιες δομές που υπήρχαν πριν δεν μπορούν να συντηρηθούν πιά. Ετσι προκύπτουν τα αμείλικτα ερωτήματα, τι από όλα αυτά χρειαζόμασε, γιατί τα χρειαζόμαστε και κυρίως, τι χρειαζόμαστε πραγματικά στον Ελληνικό αθλητισμό;

Η αλήθεια είναι ότι ο αθλητισμός πάντα καλείται να παίξει πολλούς παράλληλους ρόλους, παιδαγωγικούς, ψυχαγωγικούς, δημόσιας υγείας, οικονομικής ανάπτυξης και δημοσίων σχέσεων της χώρας και της εκάστοτε κυβέρνησης. Με επικείμενη την Ολυμπιακή διοργάνωση, οι ρόλοι δημοσίων σχέσεων και οικονομικής ανάπτυξης πήραν αναπόφευκτα τον πρώτο ρόλο, δίνοντας το απόλυτο προβάδισμα στον υψηλό αθλητισμό βιτρίνας.

Φτάσαμε με επιτυχία στην Ολυμπιακή διοργάνωση της Αθήνας, από εδώ και πέρα όμως στενεύουν τα περιθώρια γιά τη συνέχιση της ανοδικής πορείας του υψηλού αθλητισμού, που ξεκίνησε το 1992 στη Βαρκελώνη και που σηματοδοτήθηκε από τα ανά τετραετία περισσότερα Ολυμπιακά μετάλλια. Ηδη τα Ελληνικά μετάλλια κατ’ αναλογία πληθυσμού μας φέρνουν στη παγκόσμια κορυφή, οπότε δεν υπάρχουν πιά σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, ενώ τα συμβάντα στην Αθήνα το καλοκαίρι που μας πέρασε δείχνουν ότι αφ’ ενός μεν δεν είναι και πολύ καθαρά όλα τα Ελληνικά μετάλλια, αφ’ ετέρου δε μας πήρανε χαμπάρι διεθνώς.

Καλομάθαμε βέβαια όλα αυτά τα χρόνια σε διεθνείς επιτυχίες και διακρίσεις, οπότε κανείς δεν θέλει επιστροφή στα πέτρινα χρόνια του Ελληνικού αθλητισμού, το προχώρημα όμως από εδώ και πέρα θα είναι αναγκαστικά διαφορετικό.

Σε όλες τις χώρες που έχουν αξιόλογη αθλητική παράδοση και τις αντίστοιχες διεθνείς διακρίσεις, διαπιστώνεται η ύπαρξη της λεγόμενης “αθλητικής πυραμίδας”. Στη βάση της πυραμίδας υπάρχει ένα μεγάλο πλήθος αθλούμενων νέων, που με αφετηρία το σχολείο και με κίνητρο την προσωπική τους ευχαρίστηση, εξελίσσονται μεγαλώνοντας σε “αθλητές του Σαββατοκύριακου” – χωρίς να έχουν αξιώσεις υψηλών διακρίσεων, διατηρούν πάντα την συμμετοχική επαφή τους με τον αθλητισμό. Πιό πάνω στη πυραμίδα έχουμε λιγότερους – τι πυραμίδα θα ήταν – ερασιτέχνες αθλητές, που μετέχουν κανονικά σε ερασιτεχνικούς συλλόγους, αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στον αθλητισμό και έχουν υψηλότερες επιδόσεις στα αθλήματά τους. Πιό πάνω ακόμα έχουμε αθλητές που κάνουν πρωταθλητισμό σε κάποιο επίπεδο, έστω τοπικό. Ακόμα πιό πάνω έχουμε τους ανθρώπους που έχοντας πετύχει ένα πολύ ψηλό επίπεδο επιδόσεων, ασχολούνται με τον αθλητισμό επαγγελματικά, δηλαδή με πλήρη απασχόληση, άσχετα αν δουλεύουν με συμβόλαιο σε κάποια ΠΑΕ ή αν αποτελούν μέλη εθνικών ομάδων “ερασιτεχνικών” αθλημάτων. Κάποιοι ελάχιστοι από τους τελευταίους μπορεί κάποτε να σηκώσουν τιμημένα κύπελλα ή να ακούσουν τον Εθνικό Υμνο από το βάθρο.

Ολες οι χώρες που πέτυχαν σημαντικές διεθνείς αθλητικές διακρίσεις με διάρκεια, από την παραδοσιακή Αγγλία των αριστοκρατικών σχολείων, τις Δυτικοευρωπαϊκές χώρες του κρατικά επιδοτούμενου αθλητισμού, τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες του κρατικού αθλητισμού, την Αμερική του απόλυτα εμπορικού αθλητισμού, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό, την αθλητική πυραμίδα με πλατιά βάση. Ολες εκτός από μία, την Ελλάδα.

Η Ελληνική αθλητική άνθηση των τελευταίων ετών χαρακτηρίστηκε από ένα παγκόσμιας πρωτοτυπίας παράδοξο, την περίεργη γεωμετρία της αθλητικής πυραμίδας. Η Ελληνική αθλητική πυραμίδα ξεκινάει από στενή βάση και ανεβαίνει πολύ απότομα, σε ύψη δυσθεώρητα. Από λίγους αθλούμενους βγάζει πολλούς πρωταθλητές. Πως όμως;

Τρείς παράγοντες δούλεψαν πολλαπλασιαστικά γιά τα Ελληνικά μετάλλια τα τελευταία χρόνια, οι μεταγραφές ταλαντούχων αθλητών από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, η διεθνής ανοχή του ντόπινγκ υψηλού επιπέδου και η άφθονη κρατική χρηματοδότηση σε κάθε προσπάθεια που υποσχόταν Ολυμπιακό μετάλλιο. Το πλήθος και η ποιότητα των μεταγραφών ήταν ένα περιστασιακό πολιτικό φαινόμενο της Ανατολικής Ευρώπης, που ήδη έφτασε στο τέλος του. Η διεθνής ανοχή του ντόπινγκ επίσης φτάνει στο τέλος της, αφού το φαινόμενο επεκτάθηκε πέρα από τον υψηλό αθλητισμό και έφτασε να αποτελεί απειλή γιά την υγεία του γενικού πληθυσμού σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Η στοχευμένη χρηματοδότηση μπορεί να συνεχιστεί, αλλά χωρίς τους άλλους δύο παράγοντες η πολιτεία θα διαπιστώνει ότι το κάθε μετάλλιο θα της στοιχίζει πολύ περισσότερο από ότι στοίχιζε παλιότερα.

Ετσι φτάσαμε στο σημείο που καλείται η πολιτεία να κάνει τώρα αυτό που απέφυγε όλη τη δεκαετία που μας πέρασε, να πλατύνει τη βάση της Ελληνικής αθλητικής πυραμίδας. Με αφετηρία το σχολείο και τους τοπικούς αθλητικούς συλλόγους θα πρέπει να δοθεί στους νέους η μεγαλύτερη δυνατή ευχέρεια άθλησης. Τα προγράμματα μαζικού αθλητισμού θα πρέπει να γίνουν γιά το Υπουργείο κεντρικός στόχος, αντί γιά αποπαίδι που ήσαν ως τώρα. Δίπλα στο μέτρο των Ολυμπιακών μεταλλίων, με το οποίο παραδοσιακά αυτοαξιολογούνται οι Υφυπουργοί Αθλητισμού, ας αρχίσει να μετράει το Υπουργείο και πόσους “αθλητές του Σαββατοκύριακου” θα καταφέρει να δημιουργήσει. Αντί να ξοδεύνται εκατομμύρια γιά υπεράριθμους συνοδούς σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις, ας πάνε τα λεφτά εκεί που θα πιάσουν τόπο, στους νέους αθλούμενους στην επαρχία και στις γειτονιές.

Ας μην προσπαθήσει η Κυβέρνηση να ριζώσουν με το στανιό στην Ελλάδα όλα τα Ολυμπιακά αθλήματα που καλλιεργήθηκαν ειδικά και μόνο γιά να υπάρξει πλήρης Ελληνική συμμετοχή στους αγώνες της Αθήνας, ας αφήσει τα παιδιά να διαλέξουν τι αθλήματα προτιμούν και ας κατευθυνθεί εκεί η χρηματοδότηση.

Ας μην νομίσει η Κυβέρνηση ότι θα μπορέσει να πετύχει κάποια αποτελέσματα με την ανοχή του οσοδήποτε επιδέξιου ντόπινγκ, αν και θα υπάρξουν κάποιοι “σπεσιαλίστες” που θα το εισηγηθούν. Οτι περιθώριο υπήρχε στον τομέα αυτόν το εξάντλησαν οι προκάτοχοί της, μονάχα τη διεθνή ξεφτίλα μπορούμε να εισπράξουμε πιά από το ντόπινγκ. Τώρα που υπάρχει πιά μία διεθνής κίνηση εναντίον του ντόπινγκ, ας μπούμε επικεφαλής στον αγώνα αυτόν. Ετσι θα προστατέψουμε και την διεθνή αξιοπιστία μας αλλά και την υγεία της αθλούμενης νεολαίας της χώρας μας.

Ας καταλάβουμε επιτέλους ότι ανάπτυξη του αθλητισμού σημαίνει πρώτα απ’ όλα την αύξηση του αριθμού των αθλουμένων. Το 1992 στη Βαρκελώνη ο Ελληνικός αθλητισμός ξεκίνησε ένα μεγάλο και δυνατό σπρίντ, που μας έφερε 39 Ολυμπιακά μετάλλια σε 12 χρόνια. Οπως ξέρει όμως ο κάθε καλός δρομέας, το σπρίντ δεν κρατάει πολύ. Τώρα θα πρέπει ο Ελληνικός αθλητισμός να προσαρμόσει τους ρυθμούς του γιά ένα αγώνα αντοχής μεγάλης διάρκειας.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *