Jun 7, 2005

Οι πελαγωμένες ελίτ

Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην Εφημερίδα “ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ“, 7 Ιουνίου 2005

 

Το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης ξεκίνησε από την αρχή σαν μία διακρατική υπόθεση. Οι πολίτες της Ευρώπης έπαιρναν από την όλη διαδικασία της Ευρωπαϊκής ενοποίησης δικαιώματα, δεν είχαν όμως καμμία ιδιαίτερη συμμετοχή στην ίδια τη διαδικασία, ούτε είχαν και καμμία ιδιαίτερη αξίωση συμμετοχής. Ετσι η Ευρωπαϊκή ενοποίηση ξεκίνησε και έμεινε υπόθεση των Ευρωπαϊκών ελίτ. Το εγχείρημα πέτυχε πέρα από κάθε προσδοκία, αυξάνοντας και το θεματικό πλάτος της Ευρωπαϊκής συνεργασίας και τη γεωγραφική της έκταση. Tο οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης κτίστηκε βήμα – βήμα, έχοντας δηλωμένο στόχο την “όλο και πιό στενή ένωση”, διατύπωση που ο καθένας καταλάβαινε όπως ήθελε. Η δημιουργική ασάφεια γιά τους τελικούς στόχους, η περιπτωσιολογική αντιμετώπιση των θεμάτων και η καθιέρωση της χθεσινής περίπτωσης ως προηγούμενου γιά το μέλλον αποτέλεσαν το πραγματικό τρίπτυχο συγκρότησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. 

Οποτε οι ελίτ έκριναν ότι οι συνθήκες ήσαν ώριμες γιά κάποιο μεγάλο ποιοτικό βήμα, προχωρούσαν σε κάποια μεγάλη κοινή ενέργεια με ξεχωριστή συμφωνία, όπως η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη ή η συνθήκη του Μάαστριχτ. Δεν αρνήθηκαν βέβαια οι Ευρωπαϊκές ελίτ το δικαίωμα συμμετοχής στους λαούς της Ευρώπης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και οι διαδικασίες έγκρισης των κατά καιρούς μεγάλων συμφωνιών – βημάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης έδιναν πάντα δυνατότητα συμμετοχής στους ψηφοφόρους. Οποιος δηλαδή καταλάβαινε τι κάνουν αυτοί στις Βρυξέλες μπορούσε ελεύθερα να συμμετάσχει. Ηθελημένα ή αθέλητα, αυτό οδήγησε στον αυτοαποκλεισμό των πολιτών λόγω ανίας. Οπου και όποτε έμπαινε σε δημοψήφισμα Ευρωπαϊκό θέμα, οι πολίτες δεν απαντούσαν Ναι ή Οχι στο ερώτημα που ετίθετο, αλλά σε κάποιο από τα ερωτήματα “Είναι καλό πράγμα η Ευρώπη;”, “Εχεις καλή γνώμη γιά τη κυβέρνηση της χώρας σου;” ή “Είσαι ευχαριστημένος από τη ζωή σου;”. Αν δεν έβγαινε το “ναι” με την πρώτη, θα έβγαινε με την δεύτερη. Με κάτι τέτοια καλόμαθαν οι Ευρωπαϊκές ελίτ, έφτανε να τα βρούν μεταξύ τους και οι ψηφοφόροι στο τέλος θα επικύρωναν οτιδήποτε.

Από πέρυσι άλλαξαν κάποια πράγματα στην Ευρώπη. Η μεγάλη και απότομη διεύρυνση και η αποδοχή της υποψηφιότητας της Τουρκίας από τη μία και η κατάρτιση κειμένου που επιγράφεται “Σύνταγμα” από την άλλη έθεσαν τα δύο ζητήματα των ορίων: που είναι τα γεωγραφικά όρια της Ευρώπης και που θα βάλουμε όριο στην όλο και πιό στενή ένωση των Ευρωπαϊκών κρατών. Η νεοφιλελεύθερη στροφή πολλών Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων μπήκε σαν γαρνιτούρα από πάνω, οπότε οι ψηφοφόροι ξύπνησαν. Επαψε να είναι δεδομένη η καλόπιστη και άκριτη συναίνεσή τους και ζήτησαν να πειστούν.

Η εξέλιξη της επιχειρηματολογίας των υποστηρικτών του “ναι” στο Γαλλικό δημοψήφισμα αποκάλυψε όλη τη παθολογία του τρέχοντος Ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ξεκίνησαν με επιχειρήματα θετικά, “Ψηφίστε το Σύνταγμα γιατί είναι καλό Σύνταγμα, καλό γιά τη Γαλλία και καλό γιά την Ευρώπη”. Οταν όμως οι δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι δεν έπειθαν, πέρασαν σε μία επιχειρηματολογία που αποκάλυψε πολύ περισσότερα γιά τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης από ότι η οσοδήποτε προσεκτική ανάγνωση των επίσημων κειμένων. Οι Γάλλοι κλήθηκαν να ψηφίσουν “ναι” γιά “να μην γίνουν το μαύρο πρόβατο” (ψηφίστε το γιατί θα μας δείρουν), γιατί “δεν υπάρχει σχέδιο Β” (ψηφίστε το γιατί είμαστε ανίκανοι), γιατί “είναι πολύ σημαντικό” (ψήφιζε και μη ερεύνα), γιατί “δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού όσα προβλέπει ισχύουν ήδη” (ελεήστε τον αόμματο) και “γιά να δημιουργηθεί μία Ευρώπη που να μπορεί να σταθεί δίπλα στην Αμερική και την Κίνα” (τρία πουλάκια κάθονταν). Δεν ξέρω πως λέγεται το “όχι” στα κινέζικα, πάντως στα γαλλικά εισέπραξαν ένα ηχηρό non.

Τώρα κατά την άποψη των ευρωπαϊκών ελίτ, η Ευρώπη βρίσκεται σε κρίση, όπου κρίση ορίζεται κάθε συνάντηση των εν λόγω ελίτ με τον μέσο Ευρωπαίο πολίτη. Η τεχνοκρατική προσέγγιση που έχει γιά όλα τα θέματα η Ευρωπαϊκή γραφειοκρατία χρονολογείται από την εποχή που το εγχείρημα της Ευρωπαϊκής ενοποίησης ξεκινούσε ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ανθρακα και Χάλυβα το 1952. Ιστορικά μπορεί να είναι απόλυτα κατανοητή, αλλά οι χαλυβουργοί ούτε βάζουν τα ζητήματά τους σε δημοψηφίσματα, ούτε συντάσσουν συντάγματα! Αυτά μπορούν να τα κάνουν μονάχα οι πολιτικοί στα πλαίσια μίας κοινότητας πολιτών. Είναι αλήθεια ότι στη χαλυβουργία έχει πάντα απόλυτα δίκιο ο ειδικός, στην πολιτική όμως δίκιο έχει πάντα ο ψηφοφόρος. Μία πολύ απλή αλήθεια, που όποιος την ξεχνάει πελαγώνει.