Κράτος – Εκκλησία: μία ταραχώδης σχέση

Nov 28, 2018

Κράτος – Εκκλησία: μία ταραχώδης σχέση

Αρθρο της Ελένης Αυλωνίτου στην εφημερίδα KONTRANEWS στις 18.11.2018

Εκ των πραγμάτων οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας είναι φιλοσοφικά αποσαφηνισμένες. Η διάκριση των ρόλων προκύπτει από τη διαφορά, τόσο της δομής τους αλλά και της αποστολής τους, με το κράτος συγκροτημένο ως πολιτειακή δομή και την εκκλησία ως πνευματικό σχήμα. Αν και η εκκλησία δεν είναι πολιτικός θεσμός, οφείλει όμως η οργάνωση και λειτουργία της να εναρμονίζεται με την συνταγματική νομιμότητα. Μέσα στα χρόνια διαφορετικά πρόσωπα της εκκλησιαστικής ηγεσίας επεζήτησαν ρόλο κοσμικού καθοδηγητή, όπου με διχαστικά κηρύγματα από άμβωνος ή με οικονομικές διεκδικήσεις δημόσιας περιουσίας προσπάθησαν να θέσουν υπό την εξουσία τους διάφορα θέματα της κοινωνικοπολιτικής ζωής και να διαδραματήσουν ένα πολιτικό ρόλο για τον εαυτό τους ως αυτόνομο πόλο εξουσίας.

Η καθιέρωση του πολιτικού όρκου σε όλο το πλαίσιο της κρατικής λειτουργίας (βουλή, δικαστήρια κλπ), η κοσμική κηδεία και ταφή, η καύση των νεκρών, η θρησκευτική εκπαίδευση στα σχολεία, η ρύθμιση της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι κάποια επίμαχα σημεία που έφερναν σποραδικά σε σύγκρουση τη σχέση εκκλησίας και κράτους, όπου καμμία μέχρι σήμερα κυβέρνηση δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία να σπάσει αυγά. Ετσι το κοινό ανακοινωθέν του Πρωθυπουργού και του Αρχιεπισκόπου να συμφωνήσουν σ’ένα πλαίσιο διευθέτησης της εκκλησιαστικής περιουσίας που, εφόσον εγκριθεί και από τα δύο μέρη, γίνει νόμος του κράτους, έπεσε πραγματκά ως κεραυνός εν αιθρία, όπου αμήχανοι όλοι διερωτήθηκαν τι είναι αυτό; Είναι απλά ένα σημαντικό βήμα στη σωστή κατεύθυνση.

Το ξεκίνημα γίνεται με τη διευθέτησηση της οικονομικής ανεξαρτησίας της εκκλησίας γιατί κανένας διακριτός ρόλος δεν μπορεί να υπάρξει όταν υπάρχει οικονομική εξάρτηση. Με τον αναγκαστικό νόμο του 1939 η ελληνική πολιτεία αναγνώρισε ότι απέκτησε εκκλησιαστική περιουσία με αντάλλαγμα μικρότερο της αξίας της και ανέλαβε την υποχρέωση να μισθοδοτεί τον κλήρο με τη μορφή επιδότησης, προσαρμοζόμενη αναλόγως. Σε αντάλλαγμα η εκκλησία παραιτήθηκε από τις αξιώσεις της στην περιουσία που απαλλοτριώθηκε μέχρι τότε. Η εκκλησία ανέλαβε να δίνει το 25% των εσόδων της (παγκάρι, δωρεές κλπ) στο κράτος και τη περιουσία που δεν χρησιμοποεί για τις λειτουργικές της ανάγκες, αλλά αποτελεί αντικείμενο εμπορικής αξιοποίησης να φορολογείται. Ομως, η μεν υποχρέωση της εκκλησίας να καταβάλλει εισφορά, καταργήθηκε προεκλογικά το 2004, ενώ η καταβολή φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, αφού μειώθηκε σκανδαλωδώς, καταργήθηκε οριστικά το 2008. Ετσι η αρχική συμφωνία που έλεγε ότι οι φορολογούμενοι πολίτες πληρώνουν τη μισθοδοσία και ασφάλιση των κληρικών και η εκκλησία πληρώνει κάποιους φόρους, ανετράπηκε πλήρως..

Σύμφωνα με τον εκκλησιαστικό καταστατικό χάρτη η Εκκλησία και τα ιδρύματά της λειτουργούν ως Νομικά πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου με όρους αυτονομίας, δηλαδή υπόκεινται στον έλεγχο του υπουργείου Οικονομικών. Ποτέ όμως δεν έγινε ο απαραίτητος οικονομικός έλεγχος στις Μητροπόλεις κι όταν με την ένταξή μας στην ΟΝΕ απαιτήθηκε διαχειριστικός έλεγχος για να ελεγχθεί η καταβολή των νομίμων καταβαλλόμενων φόρων, πήγε στις καλένδες, καθώς το Υπουργείο Παιδείας, που εκ του νόμου απαιτείτο να δώσει τη συγκατάθεσή του, δεν την έδωσε ποτέ. Ομως στην ιστορία των διεκδικήσεων της εκκλησιαστικής περιουσίας προστέθηκε και η περίοδος μετά το 1952, όπου το μεγαλύτερο μέρος των αγρών και βοσκοτόπιων της εκκλησίας πέρασε στο κράτος και σήμερα αποτελεί δικαστική διαμάχη με την αμφισβήτηση και τελικώς τη διεκδίκηση εκ μέρους της εκκλησίας πολλών από αυτές τις εκτάσεις, με το αιτιολογικό ότι δεν δόθηκαν εκεί που έπρεπε, όπως ο αρχικός σκοπός όριζε (πρόσφυγες, ακτήμονες κλπ). Αυτό σημαίνει πολυετείς δικαστικοί αγώνες με αμφισβητήσιμους νικητές ενώ όλο αυτό το διάστημα η περιουσία παραμένει αναξιοποίητη.

Τι καλύτερο λοιπόν από την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού και του Αρχιεπισκόπου για τη δημιουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, το οποίον εφόσον γίνει αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, αποσαφηνιστούν όροι και κατοχυρωθούν οι εμπλεκόμενοι θα λειτουργήσει προς όφελος και των δύο πλευρών; Η εκκλησία ενισχύει την αυτονομία της και το κράτος απεμπλέκεται σε σχετικό βάθος χρόνου από τη μισθοδοσία των κληρικών, αφού το ποσό των 210 εκατ. θα εξασφαλίζεται από την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, που μέχρι τώρα παρέμενε αδρανής, αναζητώντας ιδιοκτήτη μέσα από ατέρμονες δικαστικές διαμάχες. Η σημερινή κυβέρνηση πήρε τη πρωτοβουλία να επιλύσει την ιστορική εκκρεμότητα των αμφισβητήσεων μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας ως προς την κυριότητα των περιουσιών, επ’ωφελεία και των δύο πλευρών. Εάν αυτό το βήμα προχωρήσει ή μείνει μετέωρο μένει να το δούμε, σε κάθε όμως περίπτωση μιά άλλου είδους σχέση μεταξύ κράτους και εκκλησίας διαφανής με σαφείς ρόλους, υποχρεώσεις και δικαιώματα έχει δρομολογηθεί.

Ελένη Αυλωνίτου

Βουλευτής Β’ Αθηνών

www.avlonitou.gr