Απρ 10, 2005

Ομιλία της Ελένης Αυλωνίτου στην ειδική ημερίδα με θέμα “ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΥΠΟΣΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΕΙΣ», Αθήνα 10 Απριλίου 2005.

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΡΓΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΛΗΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΜΙΚΡΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ.

Ελένη Αυλωνίτου, Ph.D.

Διδάκτωρ Εργοφυσιολόγος

Εθνικό Κέντρο Αθλητικών Ερευνών, (Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών).


 

 

ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ

Η αθλητική απόδοση εξαρτάται από 3 καθοριστικούς παράγοντες:

· Φυσική κατάσταση

· Τεχνική

· Ψυχολογική ετοιμότητα

Ως φυσική κατάσταση ορίζεται η φυσιολογική ετοιμότητα του οργανισμού, δηλαδή τα ενεργειακά του αποθέματα ή τα καύσιμα που διαθέτει (πόσο πολύ ενέργεια μπορεί να παραχθεί και πόσο γρήγορα μπορεί να διοχετευθεί στο μυϊκό σύστημα), ώστε ο οργανισμός να προσαρμοσθεί το ταχύτερο δυνατόν στις απαιτήσεις που του θέτει η εκτέλεση ενός συγκεκριμένου μυϊκού έργου.

Η καλή φυσική κατάσταση προϋποθέτει τακτική άσκηση, δηλαδή προπόνηση. Με τον όρο προπόνηση εκφράζονται όλα τα ερεθίσματα / επιφορτίσεις, τα οποία προκαλούν μορφολογικές και φυσιολογικές προσαρμογές στο ανθρώπινο σώμα, με στόχο την επίδοση.

Η εργοφυσιολογία μελετά το τρόπο που ανταποκρίνεται ο οργανισμός σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα, καθώς η ανταπόκριση αυτή είναι το μόνο αντικειμενικό κριτήριο αξιολόγησής του οργανισμού ως προς το ερέθισμα.. Με άλλα λόγια, η εργοφυσιολογία μελετά τις αντιδράσεις του ανθρώπινου οργανισμού σε δραστηριότητα.

Ολες οι προπονητικές επιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα είναι αποτέλεσμα του ερεθίσματος και της προσαρμογής του σώματος σ’αυτό, με τελικό στόχο τη μεγιστοποίηση της απόδοσης.

Εάν το ερέθισμα είναι επαρκές, αλλά όχι υπερβολικά έντονο, το σώμα προσαρμόζεται διευρύνοντας όλες τις λειτουργίες του για να ανταπεξέλθει το stress της επιβάρυνσης και με το χρόνο γίνεται δυνατότερο με τρόπο ώστε, σε μία όλα για όλα μυϊκή προσπάθεια να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του, ενώ σε μία ηπιότερη σε ένταση μυϊκή προσπάθεια να εκτελέσει το έργο οικονομικότερα, δηλαδή με λιγότερη ενέργεια. Εάν το ερέθισμα είναι υπερβολικά έντονο ή εφαρμόζεται συχνά πυκνά μέσα στο χρόνο, οι λειτουργικές προσαρμογές δεν συντελούνται (σύνδρομο υπερπροπόνησης), με αποτέλεσμα μειωμένη απόδοση.

Ολες οι λειτουργικές προσαρμογές του οργανισμού είναι εξειδικευμένες στο προπονητικό ερέθισμα που δέχεται το ανθρώπινο σώμα και λαμβάνουν χώρα τον χρόνο κατά τον οποίο το σώμα ξεκουράζεται (μεταξύ των προπονήσεων), έχουν δε ως αποτέλεσμα βελτιώσεις σε ξεχωριστά ή συνδυασμένα στοιχεία φυσικής κατάστασης όπως: στην καρδιοαναπνευστική αντοχή, μυϊκή ισχύ (δύναμη χ ταχύτητα), μυϊκή αντοχή, νευρομυϊκή συναρμογή, ευλυγισία, και σωματική σύνθεση (ποσοστά μυϊκής μάζας έναντι αυτών του σωματικού λίπους).

Τα πιό σημαντικά στοιχεία φυσικής κατάστασης, ως προς την αθλητική απόδοση, είναι η αερόβια και η αναερόβια ικανότητα, ιδιαίτερα για τα ρυθμικά τουλάχιστον αθλήματα (αυτά που εμπεριέχουν τη ρυθμικά επαναλαμβανόμενη εναλλασσόμενη κίνηση όπως τρέξιμο, κολύμβηση, ποδήλατο).

Αν και η επίδραση της αερόβιας και αναερόβιας ικανότητας είναι πολύ χαμηλότερη στα μη ρυθμικά αθλήματα (γυμναστική, ξιφασκία, σκοποβολή), ένα γενικότερο ενεργειακό έλλειμμα στην ικανότητα παραγωγής έργου θα ασκήσει αρνητική επιρροή στην τεχνική εκτέλεση της αθλητικής κίνησης και επομένως θα μειώσει την αθλητική απόδοση.

Στα τόσο διαφορετικά αθλήματα που απαρτίζουν ένα αγωνιστικό Ολυμπιακό πρόγραμμα η εκτίμηση της ικανότητας παραγωγής έργου γίνεται πρωταρχικά με την αξιολόγηση τόσο της αερόβιας, όσο και της αναερόβιας ικανότητας.

Η αερόβια ικανότητα εκφράζει την καρδιοαναπνευστική αντοχή και ορίζεται ως η ικανή εκτέλεση ενός μακρόχρονου σε διάρκεια, αλλά υπομέγιστου σε ένταση έργου κάτω από ένα επαρκές ενεργειακό ισοζύγιο Ο2 μεταξύ πρόσληψης και κατανάλωσής του. Διακρίνεται στη:

· μέγιστη αερόβια που εκφράζει τα όρια της επάρκειας της μεταφοράς του Ο2 και είναι ισοδύναμη με τη μέγιστη πρόσληψη Ο2 στη μονάδα του χρόνου (VO2max).

· υψηλή αερόβια που εκφράζει την μέγιστη χρησιμοποίηση και κατανάλωση του Ο2 από τους εργαζόμενους μυς, χωρίς τη συμμετοχή του αναερόβιου μεταβολισμού και υποδηλώνεται ως το αναερόβιο κατώφλι του μεταβολισμού.

· χαμηλή αερόβια που εκφράζει την άνετη χρησιμοποίηση και κατανάλωση του Ο2 από τους εργαζόμενους μυς, προκαλούμενη από το ελαφρύτερο, από άποψης επιβάρυνσης, ερέθισμα ικανό να προκαλέσει λειτουργικές προσαρμογές, υποδηλώνεται δε ως το αερόβιο κατώφλι του μεταβολισμού.

Η αναερόβια ικανότητα ορίζεται ως η ικανή εκτέλεση ενός σύντομου σε διάρκεια, αλλά μέγιστου σε ένταση έργου, κάτω από συνθήκες έλλειψης Ο2. Διακρίνεται σε:

αναερόβια μυϊκή ισχύ που εκφράζει τη τιμή της μέγιστης δύναμης που εφαρμόζεται στη μονάδα του χρόνου (αναερόβια αγαλακτική φάση). Για το προσδιορισμό της αξιολογείται στο κυκλοεργόμετρο ή στο δαπεδοεργόμετρο η υψηλότερη τιμή (watt ή km/hr) στο συνολικό παραγόμενο έργο μιας μέγιστης προσπάθειας των 5-10 sec.

αναερόβια μυϊκή αντοχή που εκφράζει τη τιμή της μέσης μέγιστης συνολικής δύναμης που εφαρμόζεται σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα (αναερόβια γαλακτική φάση). Για το προσδιορισμό της αξιολογείται η μέση τιμή (watt ή km/hr) στο συνολικό παραγόμενο έργο μιας μέγιστης προσπάθειας των 30-45 sec και η συγκέντρωση γαλακτικού στο αίμα μετά το τέλος της προσπάθειας. Επίσης προσδιορίζεται ένας δείκτης της απώλειας ισχύος μέσα στο δοκιμαζόμενο χρόνο (% κόπωσης).

Η αξιολόγηση των αθλητικών ικανοτήτων μπορεί να γίνει τόσο με στανταρισμένα tests (δοκιμασίες) στο εργαστήριο, όσο και με tests στον αγωνιστικό χώρο. Τα tests αξιολόγησης, πέρα από την ανάλυση της σύνθεσης του σώματος και του σωματότυπου που θεωρούνται γενικής εφαρμογής, είναι εξειδικευμένα κατά άθλημα και αξιολογούν τα σημαντικότερα στοιχεία φυσικής κατάστασης όπως την καρδιο-αναπνευστική αντοχή, μυϊκή αντοχή, μυϊκή ισχύ και ευλυγισία.

Τα εργαστηριακά tests προσφέρουν:

· ακριβέστερη επαναληπτικότητα του ίδιου test

· συντομότερο χρόνο διεξαγωγής των tests

· δυνατότητα υπολογισμού περισσοτέρων μεταβολικών παραμέτρων.

Για παράδειγμα για τη μέτρηση της αερόβιας ικανότητας που είναι ενδεικτική της ικανότητας για αντοχή, προσδιορίζουμε το μέγιστο όγκο Ο2 (VO2max) που καταναλώνεται στη μονάδα του χρόνου.

Ο προσδιορισμός γίνεται με τη χρήση διαφόρων εργομέτρων (δαπεδοεργόμετρο, κωπηλατοεργόμετρο, κυκλοεργόμετρο, χειροεργόμετρο, υδροεργόμετρο κ.α.), όπου μέσα σε ένα αυστηρά προκαθορισμένο πρωτόκολλο διαβαθμισμένης αύξησης του φορτίου, ο εκπνεόμενος αέρας του αθλητή συλλέγεται και αναλύεται μέσα σε ένα εργοσπειρόμετρο, το οποίον αποτελείται από ογκομετρητή αέρα και αναλυτές αερίων σε Ο2 και CO2. Κατά τη διάρκεια της μέτρησης και αμέσως μετά αξιολογούμε διάφορες φυσιολογικές και μεταβολικές παραμέτρους, όπως:

Πνευμονικό αερισμό (VE)

Ογκος οξυγόνου (VO2)

Ογκος διοξειδίου του άνθρακα (VCO2)

Αναπνευστικό πηλίκο (RQ)

Καρδιακή συχνότητα (bpm, ή παλμοί/λεπτό,)

Ενεργειακή οικονομία (VO2 σε δεδομένη ταχύτητα ή επιβάρυνση)

Αναερόβιο κατώφλι: (αναλυτική επεξεργασία ενδεικτικών παραμέτρων όπως: επιβάρυνση εκφρασμένη σε ταχύτητα (m/s) ή παραγόμενο έργο (watt), καρδιακή συχνότητα (bpm), πρόσληψη οξυγόνου (l/min) και συγκέντρωσης γαλακτικού στο αίμα ((mMol/l).

Ωστόσο, οι μετρήσεις στον αγωνιστικό χώρο δίνουν πιό ακριβή συμπεράσματα για προπονητικές οδηγίες, καθώς αξιολογούμε τον αθλητή στον πραγματικό του χώρο. Στα μειονεκτήματα των μετρήσεων στον αγωνιστικό χώρο περιλαμβάνονται:

· η μειωμένη επαναληπτικότητα του ίδιου test

· μεγαλύτερος χρόνος διεξαγωγής των tests

· δυνατότητα υπολογισμού λιγότερων παραμέτρων, απότι στο εργαστήριο, που συνήθως αξιολογούνται οι παράμετροι:

1. ταχύτητα (m/s) για εκτίμηση του μυϊκού έργου.

2. καρδιακή συχνότητα (bpm) για εκτίμηση της καρδιαγγειακής επιβάρυνσης, με τη μέθοδο της τηλεμετρίας, ώστε να μην παρενο-χλείται η προσπάθεια. Εδώ το θερμό και υγρό κλίμα επηρεάζει τη μέτρηση προς υψηλότερους καρδιακούς παλμούς.

3. γαλακτικό (mMol/l) για εκτίμηση του ενεργειακού κόστους, ως έμμεση παράμετρος που προσδιορίζει το έλλειμμα Ο2.

Ομως, ο υπολογισμός της ενεργειακής δαπάνης σε αθλήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της διακοπτόμενης αθλητικής προσπάθειας (ποδόσφαιρο) είναι δύσκολος. Εδώ η χρήση video καταγράφει το χρόνο κίνησης σε μιά προσπάθεια υπολογισμού τόσο της διάρκειας, όσο και της έντασης της πραγματικής αθλητικής προσπάθειας.

Για παράδειγμα οι Mayhew και Wenger (1985) υπολόγισαν τη χρονική διάρκεια που καταναλώνεται στα διάφορα επίπεδα έντασης στο ποδόσφαιρο, βρίσκοντας. ότι η μέση διάρκεια ταχύτητας στο ποδόσφαιρο ήταν 4.4 sec και η αναλογία ταχύτητας και αποκατάστασης 1.7 sec. O Ekblom (1986) έδειξε ότι οι μέσοι καλύπτουν συνολικά μέσα στο γήπεδο 10.2-11.1 Km έναντι 9.1-9.6 για τα μπακ και 9.8-10.0 Km για τους επιθετικούς. Οι συγκρίσεις για διάφορες θέσεις παικτών δίνουν χρήσιμα στοιχεία για την στρατηγική της προπόνησης σύμφωνα με τη ταξινόμιση των αθλητικών θέσεων μέσα στην ίδια αθλητική δραστηριότητα.

Διακοπτόμενη εκρηκτική προσπάθεια χαρακτηρίζεται και το volley. Προσεκτική ανάλυση της κίνησης με video έδειξε ότι για το μπλόκο ή το καρφί οι παίκτες αναπηδούν μία φορά κάθε 43 sec χωρίς να παράγουν γαλακτικό για 2 περίπου ώρες αγώνα. Η ανάλυση λοιπόν της αθλητικής απόδοσης των παικτών έδωσε σημαντικά στοιχεία για εισαγωγή προπόνησης χαμηλής ισχύος για τη βελτίωση της αντοχής των βολλεϊμπολιστών.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι:

Η επιλογή μιάς συγκεκριμένης δοκιμασίας αθλητικής αξιολόγησης βασίζεται στις ενεργειακές απαιτήσεις της αθλητικής προσπάθειας, που πρέπει να καθορίζονται με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια, ώστε να αντληθούν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για τις φυσιολογικές δυνατότητες των αθλητών και το σχεδιασμό της προπόνησής τους με τον πιο ακριβή και αποτελεσματικό τρόπο.

Oι βασικοί στόχοι των επιστημονικών αξιολογήσεων από εργοφυσιολογικής πλευράς περιλαμβάνουν τα εξής διαφορετικά καθήκοντα:

ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΕΡΓΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ ΜΕΤΡΗΣΕΩΝ

1. ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΕΡΓΟΥ.

Με τη διάγνωση της παρούσας φυσιολογικής κατάστασης του αθλητή αναζητείται η σύγκριση με την επιθυμητή κατάσταση και αναγνωρίζονται οι αδυναμίες, όπου αυτές εντοπίζονται, ως αιτία μείωσης της αθλητικής απόδοσης.

Πολλές φορές μία εξέταση μπορεί να εντοπίσει μικρές διαφορές που προκαλούνται από το πρόγραμμα προπόνησης, οι οποίες στο μάτι του αθλητή ή προπονητή περνούν απαρατήρητες. Με αυτή την έννοια η μέτρηση στο εργαστήριο είναι ένα πολύτιμο και ευαίσθητο περιγραφικό εργαλείο τόσο της αθλητικής απόδοσης ως αποτέλεσμα της προπονητικής διαδικασίας που εφαρμόζεται, όσο και ως έγκυρο ανιχνευτικό εργαλείο των φυσιολογικών ικανοτήτων του γενικού πληθυσμού ή διαφόρων κατηγοριών αθλητών.

Επιπλέον, τα αποτελέσματα των μετρήσεων μπορούν να βοηθήσουν τον αθλητή στην πρόληψη αλλά και στην αποκατάσταση από έναν τραυματισμό. Για παράδειγμα, ανάλυση αποτελεσμάτων σε test ευλυγισίας, ή σε test μυϊκής δύναμης που δείχνουν μυϊκή ανισορροπία μεταξύ δεξιού και αριστερού άκρου, και μέτρηση αερόβιας ισχύος μπορεί να βοηθήσουν τον αθλητή στην πρόληψη σίγουρων τραυματισμών που θα μπορούσαν να του προκαλέσουν μεγάλη οπισθοχώρηση στη προπόνηση.

2. ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ (που πάμε).

Επαναλαμβανόμενα tests ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ανάλογα τη φάση της προπόνησης μπορούν να καθοδηγήσουν τον αθλητή στην επιθυμητή κατεύθυνση προς το στόχο του. Ενα test μόνο του δεν λέει τίποτα, ενώ δίνει σημαντικά στοιχεία στον αθλητή για την προπονητική προσπάθεια που καταβάλλει.

Για παράδειγμα οι προπονητικές εντάσεις / επιβαρύνσεις που πρέπει να χρησιμοποιεί ένας αθλητής στη προπόνησή του εκφράζονται με το πηλίκο καρδιακής συχνότητας (bpm) και ταχύτητας (m/s) ή με το πηλίκο συγκέντρωσης γαλακτικού στο αίμα (mMol/l) και επιτευχθέντος χρόνου σε συγκεκριμένη απόσταση. Χαμηλές τιμές των δύο παραπάνω αναφερομένων πηλίκων είναι ενδεικτικές της υψηλής αερόβιας επάρκειας, ενώ υψηλές τιμές συνηγορούν για πτωχά ενεργειακά αποθέματα.

Ο αθλητής όταν προπονείται θέλει να γνωρίζει τι πραγματικά συμβαίνει στον οργανισμό του, θέλει να ξέρει ότι τα αποτελέσματα της δουλειάς του μπορούν να είναι μετρήσιμα και επίσης να καθοδηγηθεί σε ποιά κατεύθυνση να συνεχίσει.

3. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΩΣ ΚΙΝΗΤΡΟ

Με τα αντικειμενικά αποτελέσματα του εργαστηρίου ο εργοφυσιολόγος μπορεί να ανοίξει έναν καρποφόρο διάλογο επικοινωνίας με τον αθλητή και τον προπονητή, ώστε να βοηθηθούν προς την κατεύθυνση της μεγιστοποίησης των κληρονομικών δυνατοτήτων του αθλητή στο αγώνισμα που επιδίδεται. Ο αθλητής αφ’ ενός μεν αισθάνεται το ενδιαφέρον γύρω του, νοιώθει ότι είναι σημαντικός γι’ αυτό που προσπαθεί και του δημιουργείται κίνητρο να συνεχίσει τη προσπάθειά του και αφ’ ετέρου εκπαιδεύεται για το τρόπο που επιδρά η προπόνηση στον οργανισμό του και τι ποιοτικές και ποσοτικές αλλαγές του προκαλεί στο σώμα.

Συγκρίνοντας το αποτέλεσμα της μέτρησης με προηγούμενη δική του στο παρελθόν κάτω από δεδομένες συνθήκες, καθώς και με μετρήσεις άλλων κορυφαίων αθλητών στο αγώνισμά του (μέσα από την ήδη υπάρχουσα μεγάλη τράπεζα δεδομένων), αποκτά χρήσιμες πληροφορίες για το πώς να συνεχίσει τη προπόνησή του, για παράδειγμα να την διατηρήσει αναμένοντας για βελτίωση μακροπρόθεσμα ή να την τροποποιήσει σε συγκεκριμένη κατεύθυνση

4. ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ.

Διάφορες παράμετροι αθλητικής ικανότητας που υπολογίζονται από ένα test συσχετίζονται ικανοποιητικά με την αγωνιστική απόδοση. Για παράδειγμα, 25 αθλητές του kayak μετρήθηκαν σ’ενα ειδικό κατασκευασμένο για kayak εργόμετρο και βρέθηκε ότι το αποτέλεσμα της μέτρησης μπορούσε να εξηγήσει το 42% της αθλητικής απόδοσης των αθλητών στα 1000 μέτρα kayak. Οταν δε προστέθηκε και ο υπολογισμός της ενεργειακής κατάστασης των αθλητών στο αναερόβιο κατώφλι εξηγήθηκε το 57% της αθλητικής απόδοσης των αθλητών στο ίδιο αγώνισμα.

5. ΣΥΝΕΧΗΣ ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑΣ.

Η συνεχής παρακολούθηση και καταγραφή της βελτίωσης ή οποιασδήποτε αλλαγής των διαφόρων χαρακτηριστικών της αθλητικής προσπάθειας βοηθάει στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τη προπόνηση του συγκεκριμένου αθλήματος. Για παράδειγμα 4 εβδομάδες ισοκινητικής δύναμης στη ξηρά οδήγησε σε 19% αύξηση στα watt κατά την ώθηση στο κολυμβητικό δυναμόμετρο που μεταφράσθηκε σε 4% βελτίωση στην αθλητική επίδοση στο κολυμβητικό sprint των 25 μέτρων. Δηλαδή βελτίωση στην αθλητική απόδοση μπορεί να έχουμε χωριστά από βελτιώσεις στη δύναμη, στην ισχύ, στην αντοχή ή στη ευλυγισία.

Καθώς λοιπόν υπάρχουν αθλήματα που δεν διαφαίνεται πάντα καθαρά ποιά χαρακτηριστικά πρέπει να προπονηθούν για να βελτιωθεί η αθλητική επίδοση, ο αθλητικός επιστήμονας πρέπει να δημιουργεί νέες πειραματικές συνθήκες για την αποκάλυψή τους.

ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ

Το ερώτημα που τίθεται στους επιστήμονες όταν αξιολογούν την αθλητική απόδοση είναι εάν μπορούμε να προβλέψουμε την μελλοντική αθλητική απόδοση στη παιδική ηλικία. Και εάν είναι δυνατόν, βάσει των μετρήσεων των διαφόρων ικανοτήτων να προσδιορίσουμε το άθλημα που θα έχει ένα παιδί τη μεγαλύτερη αθλητική επιτυχία στο μέλλον; Με άλλα λόγια, το παιδί διαλέγει το άθλημα ή το άθλημα το παιδί;

Στο θέμα της πρόβλεψης μελλοντικών αθλητών διάφορες έρευνες έχουν δείξει ότι διάφορα αθλήματα απαιτούν ορισμένο σωματότυπο και σωματομετρικά χαρακτηριστικά. Ωστόσο, με τον τρομακτικό ρυθμό ανάπτυξης που λαβαίνει χώρα κατά τη διάρκεια της εφηβείας τα χαρακτηριστικά αυτά αλλάζουν πολύ σε διαφορετική χρονική στιγμή για το κάθε άτομο. Ο σωματότυπος με τη μέθοδο των Pariskova και Carter (1976) αλλάζει πολύ από τα 11 –17 χρόνια. Το ανάστημα είναι σημαντικό στοιχείο επιτυχίας για ορισμένα αθλήματα αλλά δεν χρειάζεται ένας ειδικός για να αντιληφθεί εάν ένα ψηλό παιδί είναι κατάλληλο για μπάσκετ.

Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι ορισμένες παράμετροι που παίζουν σημαντικό ρόλο στην αθλητική απόδοση όπως το ανάστημα και oi διαστάσεις των διαφόρων μελών του σώματος, η σκελετική περίμετρος, η μέγιστη αερόβια ικανότητα (VO2max), η μέγιστη αναερόβια ισχύς, η κατανομή των μυϊκών ινών που προδιαθέτει ευνοϊκά το άτομο υπέρ της ταχύτητας ή της αντοχής, η κατανομή και το μέγεθος των λιποκυττάρων, η πνευμονική και η καρδιαγγειακή λειτουργία, η δραστηριότητα των ενζύμων στη μεταβολική λειτουργία αλλά και η ευαισθη-τοποίηση του ατόμου στη προπόνηση αντοχής εξαρτώνται από το γονότυπό του.

Γενικά η κληρονομικότητα μπορεί να εξηγήσει ένα εύρος από το 30 – 85 % του φαινότυπου της καρδιακής και μυϊκής λειτουργίας, των σωματικών χαρακτη-ριστικών και της κατανομής του σωματικού λίπους στο σώμα ενώ η επίδραση του γενετικού παράγοντα στην ανταπόκριση του ατόμου στο προπονητικό ερέθισμα για βελτίωση της αντοχής ανέρχεται στο 70 – 80%.

Ο φαινότυπος είναι η πληροφορία που καταγράφεται στο γονότυπο που τελικά βρίσκει το δρόμο να εκφρασθεί, ώστε το χαρακτηριστικό να γίνει ορατό δια του οφθαλμού. Διατυπώνεται όμως η θεωρία ότι μία τέτοια πληροφορία έχει ένα εύρος έκφρασης και ο οργανισμός προσαρμόζεται επιλέγοντας το χαμηλό επίπεδο.

Για παράδειγμα, υπάρχει καταγεγραμμένη η πληροφορία στο γονίδιο για υψηλή ικανότητα του ατόμου στην αντοχή, μία ικανότητα που μεταφέρεται από τη μητέρα καθώς τα μιτοχόνδρια τα κληρονομεί μόνον από αυτήν ενώ άλλα χαρακτηριστικά τα κληρονομεί ισοδύναμα και από τους δύο γονείς. Εάν η μητέρα που είχε την ικανότητα αυτή την έχει επιπλέον αναπτύξει αθλητικά στη ζωή της τη μεταφέρει αρκετά δυνατή στον απόγονό της. Εάν ο απόγονός της δεχθεί αθλητικά ερεθίσματα, στη ζωή του πέρα από το κληρονομικό του πλεονέκτημα στην αντοχή, θα μεταφέρει στους απογόνους του την πληροφορία αρκετά ισχυρή.

Εάν για κάποιο λόγο, παράγοντες που συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση ενός γεννετικού χαρακτηριστικού, όπως η καλή υγεία, η προπόνηση, η επαρκής διατροφή απουσιάσουν η ποιοτική έκφραση της πληροφορίας θα παραμένει στο χαμηλό εύρος με αποτέλεσμα να εξασθενεί με το χρόνο,

Η κληρονομικότητα λοιπόν επηρεάζει την αθλητική απόδοση επιδρώντας σε συγκεκριμένες φυσιολογικές παραμέτρους που παίζουν ρόλο αφ’ενός μεν στην αθλητική ικανότητα, αφ’ετέρου δε στην ικανότητα του κάθε ατόμου να αποδέχεται το προπονητικό ερέθισμα. Ομως το περιβάλλον ασκεί καταλυτική επίδραση στην κορύφωση της έκφρασης αυτών των χαρακτηριστικών.

Ως εκ τούτου, μπορεί κάποιος εύλογα να διερωτηθεί γιατί δεν μετράμε αυτές τις ικανότητες μέσα στο εργαστήριο στη παιδική ηλικία, ώστε να απομονώσουμε τους μελλοντικούς πρωταθλητές. Διαφαίνονται διάφοροι περιοριστικοί παράγοντες όπως:

1) Ερευνες έχουν δείξει ότι προπονητικές προσαρμογές, που σχετίζονται με τις φυσιολογικές δυνατότητες παροχής ενέργειας στον οργανισμό (αερόβια – αναερόβια ικανότητα), προκαλούνται μετά τα 10 χρόνια. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν τα μικρότερα παιδιά να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους, αλλά η βελτίωση οφείλεται σε λόγους τροποποίησης του επιπέδου τεχνικής και επιδεξιότητας, βελτίωσης της ενεργειακής τους οικονομίας (μαθαίνουν να ξοδεύουν δηλαδή λιγότερη ενέργεια (VO2) για το ίδιο επίπεδο έντασης της άσκησης), ή βελτίωσης της δύναμης που οφείλεται κυρίως στο νευρικό σύστημα και όχι στη μυϊκή υπερτροφία που συμβαίνει στην εφηβεία.

Το να αντιληφθεί ένας γυμναστής πόσο γρήγορο είναι ένα παιδί με πολύ

απλά τέστ, όπως για παράδειγμα, πόσο γρήγορα γεμίζει με νερό 10 λακκάκια, ή καρφώνει 10 πρόκες στο τοίχο ή γεμίζει τετράγωνα με τελείες ένα χαρτί, ή να διακρίνει μιά μεγάλη παλάμη κατάλληλη για κολύμβηση ή για τις ντρίπλες στο μπάσκετ, ή μία ευχέρια στη πλευστότητα του σώματος μέσα στο νερό, ή να δεί μία ευχέρια στη αλτικότητα του παιδιού στη διάρκεια της γυμναστικής στο σχολείο, όλα αυτά συνδυασμένα με ένα σωματότυπο κατάλληλο για κάποιο άθλημα είναι η πρώτη ματιά για να σπρώξεις ένα παιδί στον αθλητισμό πιο ενεργά.

Επιπλέον η ικανότητα να διακρίνει κανείς το ταλέντιο σε αθλήματα που απαιτούν συναρμογή και συντονισμό των μελών του σώματος είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα εργαστηριακό test που απομονώνει κάποιες αθλητικές ικανότητες. Για παράδειγμα ο προπονητής που βρήκε τη Nadia Comanetsi στην ηλικία των 6 χρόνων.

2) Η προπόνηση, όπως αναφέραμε παραπάνω παίζει επίσης πολύ σημαντικό ρόλο. Μπορεί η κληρονομικότητα και το επίπεδο που ξεκινάει κανείς να είναι υψηλό, αλλά και η προπόνηση αυτή καθαυτή μπορεί να επηρεάσει τη βελτίωση μιάς αθλητικής ικανότητας μέχρι και 40% όπως έχει δειχθεί σε έρευνες με ομοζυγώτες διδύμους όταν ο ένας εξ’αυτών έπαιρνε μέρος σε συστηματική προπόνηση και ο άλλος δεν εγυμνάζετο καν (Lomaev O. and Allen J., 1973).

3) Η ικανότητα του ατόμου να ανταποκριθεί στη προπόνηση αποτελεί σημαντικό παράγοντα αθλητικής επιτυχίας που κανείς δεν μπορεί να την εκτιμήσει με μία απλή δοκιμασία στο εργαστήριο. H ικανότητα αποδοχής του προπονητικού ερεθίσματος ή με άλλα λόγια η έκταση της ποσότητας και της ποιότητας της προπόνησης που χρειάζεται να δεχθεί κάθε οργανισμός για να δημιουργήσει φυσιολογικές προσαρμογές είναι κατά βάσει κληρονομικό χαρακτηριστικό. Πόσο πολύ και πόσο έντονη προπόνηση χρειάζεται ένα ταλαντούχο παιδί και πόσο γρήγορα ανταποκρίνεται ο οργανισμός του στο προπονητικό ερέθισμα μπορεί να διαφέρει κατά πολύ από ένα άλλο επίσης σωματικά ταλαντούχο παιδί. Αυτό αποτελεί πολλές φορές και την αιτία να απομακρυνθεί ένα ταλέντο από ένα άθλημα επειδή δεν αντέχει όλη τη προπόνηση και ενώ ο προπονητής του θεωρεί ότι είναι τεμπέλης αυτός χρειάζεται λιγότερο προπόνηση, σε σχέση με ένα άλλο παιδί μη ταλαντούχο για το ίδιο αποτέλεσμα.

4) Η αναπτυξιακή ηλικία μπορεί να μπερδέψει οποιαδήποτε αποτέλεσμα. Τα παιδιά με μεγαλύτερη βιολογική ηλικία από την χρονική ηλικία τους έχουν καλύτερο αθλητικό αποτέλεσμα από τους συνομιλήκους τους με μικρότερη βιολογική ηλικία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τόσο τα παιδιά με μεγαλύτερη βιολογική ηλικία αλλά και εκείνα με μικρότερη βιολογική ηλικία έχουν την ίδια ικανότητα να γίνουν υψηλού επιπέδου αθλητές. Απλά τα δεύτερα πολλές φορές αποθαρρύνονται και εγκαταλείπουν νωρίς, επειδή δεν έχουν επιτυχία σε μικρή ηλικία. Το παιδί διαλέγει πάντα το άθλημα που τα καταφέρνει καλύτερα και γι’ αυτό του αρέσει. Συνήθως δε, τα καταφέρνει καλύτερα σ΄ αυτό το άθλημα που σωματικά έχει και τις δυνατότητες. Ως εκ τούτου, αθλητής και άθλημα αλληλοδιαλέγονται.

5) Ορισμένες δοκιμασίες συσχετίζονται με πολύ υψηλό συντελεστή με την αθλητική απόδοση. Σε αθλήματα όπου η επιτυχία βασίζεται σε ένα στοιχείο της φυσικής κατάστασης (καρδιοαναπνευστική αντοχή, μυϊκή ισχύς) η δυνατότητα πρόβλεψης είναι ευκολότερη, σε σχέση με αθλήματα όπου εμπεριέχεται πολύπλοκη αλληλεπίδραση του Κ.Ν.Σ όπως στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ ή στη γυμναστική, περιορίζοντας έτσι κατά πολύ την διαδικασία πρόβλεψης.

Σε μικρή ηλικία η πρόωρη εξειδίκευση θα πρέπει να αποφεύγεται και να επιδιώκεται η έκθεση του παιδιού σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες, ώστε να αποκτήσει την δυνατότητα πολλών κινητικών εμπειριών που στοχεύουν στη πολυποίκιλη κινητική μάθηση και στη δυνατότητα ακολούθως διαφόρων κινητικών επιλογών.

Ανεξάρτητα όμως από την αναζήτηση του ταλέντου το παιδί πρέπει να μπαίνει στον αθλητισμό γιατί έχει πολλά να ωφεληθεί σωματικά, ψυχολογικά, κοινωνικά. Ο αθλητισμός αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο παιδείας που διαμορφώνει το άτομο, παραδιδοντάς το στη κοινωνία ως ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Από άποψης φυσιολογίας πολλές αθλητικές ικανότητες, δείκτες επίσης του βιολογικού μας δυναμικού, κορυφώνονται στη περίοδο της εφηβείας και είναι επιτακτικό το παιδί να αθληθεί σ’αυτήν την ηλικία.

Ο πρωταθλητισμός είναι άλλη ιστορία με πολλούς συμμετέχοντες παράγοντες, πέρα από την αθλητική ικανότητα, να χρειάζονται διασφάλιση, όσο αυτή είναι δυνατή για ένα επιτυχές τελικό αποτέλεσμα όπως: η ψυχολογική συγκρότηση (αυτοπειθαρχία, αυτοεκτίμηση, θέληση, αποφασιστικότητα, αντίληψη, προσήλωση στο προσδοκόμενο στόχο, συναισθηματική σταθερότητα, ισχυρό κίνητρο για διάκριση και αντοχή στην αντιξοότητα,), ευνοϊκό κοινωνικό περιβάλλον του αθλητή, σταθερά υγεία, σωστή διατροφή, πρόληψη τραυματισμών αλλά και τύχη στην αποφυγή τους και ότι άλλο πιθανόν προκύψει στη πορεία.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η αξιολόγηση των αθλητικών ικανοτήτων μπορεί να γίνει τόσο με στανταρισμένα tests στο εργαστήριο, όσο και με tests στον αγωνιστικό χώρο. Τα tests αξιολόγησης είναι εξειδικευμένα κατά άθλημα και αξιολογούν τα σημαντικότερα στοιχεία φυσικής κατάστασης όπως καρδιοαναπνευστική και μυϊκή αντοχή και μυϊκή ισχύ, όπου βασικοί παράμετροι μέτρησης, όπως αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα είναι.

 

 ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΙ
Μέγιστη πρόσληψη Ο2 (VO 2max σε l/min και ml/kg/min)
 Καρδιακή συχνότητα (παλμοί/λεπτό, bpm)
 Ενεργειακή Οικονομία VO2 σε δεδομένη ταχύτητα (m/s)
 Συγκέντρωση γαλακτικού στο αίμα (mMol/l)
 Mέγιστη μυϊκή ισχύς σε Watt και σε Watt/kg

 

Στη πρόβλεψη της μελλοντικής αθλητικής προοπτικής τίθεται το ερώτημα εάν το παιδί διαλέγει το άθλημα ή το άθλημα το παιδί. Είναι γεγονός ότι η κληρονομικότητα επηρεάζει την αθλητική απόδοση επιδρώντας σε συγκεκριμένες φυσιολογικές παραμέτρους που παίζουν ρόλο, αφ’ενός μεν στην αθλητική ικανότητα, αφ’ετέρου δε, στην ατομική ικανότητα αποδοχής του προπονητικού ερεθίσματος. Διερωτάται λοιπόν κανείς γιατί δεν μετράμε αυτές τις ικανότητες μέσα στο εργαστήριο στη παιδική ηλικία, ώστε να απομονώσουμε τους μελλοντικούς πρωταθλητές; Υπάρχουν διάφοροι λόγοι που περιορίζουν την ακριβή αθλητική πρόβλεψη σε μικρές ηλικίες, όπως αναφέρεται στον παρακάτω πίνακα.

 

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΜΙΚΡΗ ΗΛΙΚΙΑ
1. Προπονητικές προσαρμογές προκαλούνται μετά τα 10 χρόνια.
2. Η προπόνηση μπορεί να βελτιώσει τις αθλητικές ικανότητες μέχρι και 40%.
3. Η ανταπόκριση στο προπονητικό ερέθισμα, σημαντικός παράγων αθλητικής επιτυχίας, δεν μπορεί να εκτιμηθεί με ένα απλό test στο εργαστήριο.
4. Στην αναπτυξιακή ηλικία, η βιολογική και χρονική ηλικία δεν συμβαδίζουν.
5. Σε αθλήματα με πολύπλευρη αλληλεπίδραση του Κ.Ν.Σ. δεν αρκεί μόνο ένα test για την αξιοπιστία της πρόβλεψης.

 

Σε μικρή ηλικία συνιστάται να αποφεύγεται η πρόωρη εξειδίκευση σε ένα άθλημα και αντίθετα να επιδιώκεται η έκθεση του παιδιού σε ποικίλες αθλητικές δραστηριότητες, ώστε να αποκτήσει την δυνατότητα πολλών κινητικών εμπειριών που στοχεύουν στη πολυποίκιλη κινητική μάθηση και την επιλογή του ίδιου του παιδιού στο άθλημα της αρεσκείας του.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bar-Or, O. Predicting athletic performance. The Physician and SportsMedicine, 81-85, February, 1975.

Bouchard C. Genetics of aerobic power and capacity. In Malina & Bouchard (Eds) Sports and Human Genetics. The 1984 Olympic Scientific Congress proceedings Bouchard, Vol. 4, pp. 59-88, Human Kinetics Publishers Inc. Champaign, 1986.

Bouchard C. Heredity and trainability. In Sutton & Brock (Eds). Sport medicine for the mature athlete. Benchmark Press Inc., pp.81-89, Indianapolis , 1986.

Bouchard C. Heredity and adaptation to exercise training during growth. In Demirjian & Brault Dubuc (Eds). Human growth: a multidisciplinary review, pp. 243-252, Taylor & Francis, London , 1986.

Bouchard C., Boulay M.R., Simoneau, JA, Lortie G. and Perusse L. Heredity and trainability of aerobic and anaerobic performances. Sports Medicine, 5:69-73, 1988.

Bouchard C, Lortie G. Heredity and endurance performance. Sports Medicine, 1:38-64, 1984.

Burke, E.J. A factor analytic investigation of tests of physical work capacity. Ergonomics, 22: 11-18, 1979.

Burke, E.J. Toward an Understanding of Human Performance. Movement Publications, (2nd Edition), Ithaka , New York , 1980.

Carter, J.E. Prediction of outstanding athletic ability: the structural perspective. In: Exercise Physiology: Fitness and Performance Capacity Studies. Landry F. and Orban W. (Eds). Miami : Symposia Specialists, 1978.

Cochrane, C. and Pyke, F.S. Physiological assessment of the Australian soccer squad. Australian Journal of Health Physical Education and Recreation, 73: 21-25, 1976.

Colquhoun, D. and Chad , K.E. Physiological characteristics of Australian female soccer players after a competitive season. Australian Journal of Science and Medicine in Sport, 18(3): 9-12, 1986.

Conlee R.K., McGown, C.M. Fisher, A.G. Dalsky, G.P.and Robinson, K.C. Physiological effects of power volleyball. The Physician and SportsMedicine, 10(2): 93-97, 1982.

Costill, D., Thomason, H. and Roberts, E. Fractional utilization of the aerobic capacity during distance running. Medicine and Science in Sports and Exercise, 5:248-252, 1973.

Costill, D., Daniels, J., Evans, W., Fink, W., Krahenbuhl, G., Saltin, B. Skeletal muscle enzymes and fiber composition in male and female track athletes. Journal of Applied Physiology, 40: 149-154, 1976.

Ekblom B. Applied physiology of soccer. Journal of Sports Medicine, 3:50-60, 1986.

Fox, E.L. and Costill D.L. Estimated cardiorespiratory responses during marathon running. Archives of Environmental Health, 24:315-324, 1972.

Klissouras V. Prediction of athletic performance. Genetic Considerations. In: Exercise Physiology: Fitness and Performance Capacity Studies. Landry F. and Orban W. (Eds). Miami : Symposia Specialists, 1978.

Lomaev, O. and Allen J. Prediction of adult aerobic capacity from childhood test, Ergonomics, 16: 783-785, 1973.

Mayhew, S.R. and Wenger H.A. Time-motion analysis of professional soccer. Journal of Human Movement Studies, 11:49-52, 1985.

Novotny, V. The morphological age and efficiency in young sportsmen. Physical fitness and its laboratory assessment. Charles University , Prague , 1969.

Parizkova, J. and Carter J. Influence of physical activity on stability of somatotypes in boys. American. Journal. Physical. Anthropology, 44:327-340, 1976.

Pollock, M. Submaximal working capacity of elite distance runners. Annals of New York Academy of Sciences, 301: 310-322, 1977.

Raven, P., Gettman, L., Pollock, M. and Cooper, K. A physiological evaluation in professional soccer players. British Journal of Sports Medicine, 10: 209-216, 1976.

Rose, S. The conscious brain. Hardmondsworth , U.K. Penguin Bookw, 1973.

Rushall, B.S. and Pyke F.S. Measuring physiological attributes of athletes. In “Training for Sports and Fitness”. The MacMillan Company of Australia . Melbourne , Australia , 1992.

Sharp, R.L., Troup, J.P. and Costill, D.L. Relationship between power and sprint freestyle swimming. Medicine Science in Sports and Exercise, 14(1): 53-56, 1982.

Williams, L. Prediction of high level rowing ability. Journal. Sports Medicine and Physical Fitness, 18: 11-17, 1978.

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *