Mar 8, 2003

Η ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΦΥΣΗ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ομιλία της Ελένης Αυλωνίτου στο Συνέδριο με θέμα “ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ – Παλιά και Νέα Στερεότυπα”, Θεσσαλονίκη 7-8 Μαρτίου 2003.


 

 

Οταν ξεκίνησαν οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896 οι διοργανωτές γιά πολλά ζητήματα προβληματίστηκαν, ένα όμως το είχαν από την αρχή σίγουρο˙ οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν αντρική υπόθεση. Ηταν αυτονόητο ότι ο αθλητισμός δεν ταίριαζε στη Γυναικεία Φύση, όπως είχε πει και ο Βαρώνος ντε Κουμπερτέν.

Η επίκληση της Γυναικείας Φύσης έδινε στους Βικτωριανούς αναβιωτές των Ολυμπιακών Αγώνων την ελευθερία να λένε ότι θέλουν, αφού οι ίδιοι όριζαν το περιεχόμενο της Γυναικείας Φύσης όπως αυτοί ήθελαν. Που να ψάξει κανείς να βρεί αντικειμενικό ορισμό της Γυναικείας Φύσης γιά να τους αντικρούσει;

Μα φυσικά στις Βιολογικές επιστήμες, στην επιστήμη της Φυσιολογίας. Εκεί η Γυναικεία Φύση ονομάζεται πιό απλά «Φυσιολογία της Γυναίκας» και η πομπώδης διατύπωση δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα πορίσματα του πειραματικού ελέγχου.

Τα ερωτήματα γιά τα όρια των σωματικών δυνατοτήτων του «ασθενούς» φύλου έχουν γίνει αντικείμενο εκτενέσατης επιστημονικής έρευνας, όχι μόνο γιά να προσδιοριστούν τα όρια των αθλητικών επιδόσεων της γυναίκας αλλά και γιά να διερευνηθούν θέματα όπως:

  • η δυνατότητα ισότιμης απασχόλησης της γυναίκας σε βαριά επαγγέλματα στη βιομηχανία, στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας και διάσωσης,
  • το πρόγραμμα φυσικής αγωγής που ταιριάζει στα κορίτσια στην εκπαίδευση,
  • οι συνθήκες και συνήθειες που εξασφαλίζουν στη γυναίκα την ασφαλέστερη κατά το δυνατόν εγκυμοσύνη,
  • η γενικώτερη βελτίωση της δημόσιας υγείας.

Οι ερευνητές Φυσιολόγοι ξεκίνησαν σε ένα κόσμο που θεωρούσε ότι μία γυναίκα που αθλείται αμφισβητεί την θηλυκότητά της, ότι ο περιοδικός κύκλος της γυναίκας δεν επιτρέπει την συμμετοχή της στα σπόρ, ότι ούτως ή άλλως η γυναίκα πρέπει να παραμένει ακίνητη κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης και άλλα πολλά, δηλαδή ξεκίνησαν σε ένα κόσμο που είχε την αντίληψη περί Γυναικείας Φύσης που εύγλωττα και ειλικρινά είχε εκφράσει ο Βαρώνος ντε Κουμπερτέν.

Σημείο προς σημείο η επιστήμη της Φυσιολογίας ανέτρεψε όλες τις παραπάνω αντιλήψεις και απέδειξε ότι η άθληση της γυναίκας έχει σαν αποτέλεσμα:

  • Την βελτίωση της καρδιοαναπνευστικής λειτουργίας – κατάσταση που συμβαδίζει με την βελτίωση των αθλητικών επιδόσεων της γυναίκας σε αθλήματα αντοχής, όπως είναι η κολύμβηση και οι δρόμοι μεγάλων αποστάσεων.
  • Την μείωση του κινδύνου για καρδιοπάθειες, ιδιαίτερα μετά την περίοδο της εμμηνόπαυσης όταν σταματάει στη γυναίκα η προστατευτική επίδραση των οιστρογόνων στο λιπιδικό της προφίλ.
  • Την έλεγχο του σωματικού βάρους καθώς η γυναίκα λόγω της μεγαλύτερης αποθήκευσης σωματικού λίπους παρουσιάζει μειωμένο μεταβολισμό και επομένως μεγαλύτερη δυσκολία, σε σχέση με τον άνδρα να διατηρήσει το σωματικό της βάρος.
  • Την βελτίωση του μυϊκού τόνου, καθώς η γυναίκα υστερεί στο θέμα αυτό κατά πολύ σε σχέση με τον άνδρα, εφόσον δεν διαθέτει επαρκείς ποσότητες της ορμόνης που είναι υπεύθυνη για την μυϊκή υπερτροφία.
  • Την επιβράδυνση της εμφάνισης φυσιολογικών λειτουργιών που σχετίζονται με την προχωρημένη ηλικία, ιδιαίτερα της «Γυναικείας ασθένειας», της οστεοπόρωσης, καθώς η άσκηση παίζει καταλυτικό ρόλο στην διατήρηση της οστικής μάζας ή στην μείωση του ρυθμού καταβολισμού των οστών, που είναι ιδιαίτερα έντονη σε μερικές γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση.
  • Την μείωση των συμπτωμάτων της δυσμηνόρροιας (επώδυνος έμμηνος ρύση), ιδιαίτερα για τις γυναίκες που βιώνουν έντονα ψυχοσωματικά την λίγο πριν την εμμηνόρροιά τους χρονική περίοδο.
  •  Την μείωση των ψυχολογικών επιδράσεων και των αρνητικών συμπτωμάτων που συνδέονται με την εμμηνόπαυση όπως ερυθρότητα δέρματος, stress, κατάθλιψη, αϋπνία, κόπωση, πονοκέφαλοι κλπ.
  • Την θεραπεία της κυτταρίτιδας, που είναι ένα βασανιστικό γυναικείο πρόβλημα, καθώς η άσκηση βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος στις επίμαχες περιοχές των μηρών.
  • Ενώ υπάρχουν ενδείξεις για προστασία της αθλούμενης γυναίκας από νοσογόνους καταστάσεις που προωθούν την ανάπτυξη και εξέλιξη κακοήθους όγκου στα όργανα αναπαραγωγής και στο στήθος.

Αν όμως η αναφορά στην Γυναικεία Φύση της Μπέλ Επόκ έχει κάποιο περιεχόμενο πέρα από εκείνο της προκατάληψης, θα πρέπει να το αναζητήσουμε στον χώρο της Μητρότητας και της Εγκυμοσύνης. Ειδικά όμως στο θέμα αυτό η Επιστήμη της Φυσιολογίας είναι καταπέλτης˙ η άθληση της γυναίκας έχει σαν αποτέλεσμα την βελτίωση των συνθηκών προετοιμασίας για εγκυμοσύνη.

Συγκεκριμένα η άσκηση έχει σαν αποτέλεσμα:

  • Την μείωση του καρδιαγγειακού stress,
  • Την διευκόλυνση την ώρα του τοκετού,
  • Την γρηγορότερη αποκατάσταση από τον τοκετό,
  • Την ελάττωση του πόνου της σπονδυλικής στήλης στο ύψος της μέσης που σχετίζεται με την αλλαγή της στασης του σώματος κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης,
  • Την αποφυγή διαβήτου που συνδέεται με την κατάσταση της εγκυμοσύνης.

Δηλαδή μιά νεαρή γυναίκα θα πρέπει να αθλείται ακριβώς επειδή θα γίνει μητέρα. Με λίγα λόγια η επιστήμη αποδεικνύει ότι οι γυναίκες θα έπρεπε να αθλούνται, ακόμα και αν δεν αθλούντο οι άντρες!

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70 πολλές αθλήτριες απέφευγαν την προπόνηση μυϊκής ενδυνάμωσης φοβούμενες ότι αν έκαναν προπόνηση με βάρη θα αποκτούσαν υπερτροφικούς μύς και ανδρικό τύπο σώματος.

Η επιστήμη έχει αποδείξει ότι οι γυναίκες που κάνουν ασκήσεις με βάρη είναι ικανές για σημαντικές βελτιώσεις στη δύναμή τους, παρόμοιες με εκείνες των ανδρών, χωρίς όμως αυτή η βελτίωση να συνοδεύεται από ανάλογη μυϊκή υπερτροφία. Αυτό συμβαίνει επειδή η αύξηση του μυϊκού όγκου προϋποθέτει την ύπαρξη στον οργανισμό της ορμόνης τεστοστερόνης. Επειδή η φυσική παρουσία της τεστοστερόνης στον γυναικείο οργανισμό είναι πολύ μικρή, οι γυναίκες δεν θα μπορούσαν να αποκτήσουν μυς σαν αυτούς των ανδρών ακόμη και αν το ήθελαν, εκτός αν χρησιμοποιήσουν χημικά βοηθήματα.

Ετσι ακόμα και αυτός ο φόβος του «αντρικού σώματος» αποδείχτηκε ένας ακόμα απόηχος της Βικτωριανής αντίληψης περί Γυναικείας Φύσης χωρίς επιστημονική βάση.

Η επιστήμη καταπολεμά την άγνοια, η προκατάληψη όμως είναι πάντα πιό δύσκολος αντίπαλος. Γιά να νικηθεί η προκατάληψη δεν φτάνει μονάχα η γνώση, χρειάζεται και χρόνος. Στους πρώτους Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 δεν συμμετείχε ούτε μία αθλήτρια. Στους 27ους το 2000 στο Σίδνεϋ συμμετείχαν 4.069. 104 χρόνια στα οποία άλλαξαν πολλά, όχι όμως η φύση της γυναίκας.